ΑρχικήΨηφιακή ΒιβλιοθήκηΆρθραΆρθρα (Ελληνικά) Γιαννακούλας, Ανδρέας-""Η ΝΕΚΡΗ ΣΙΒΥΛΛΑ." ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ"

Γιαννακούλας, Ανδρέας-""Η ΝΕΚΡΗ ΣΙΒΥΛΛΑ." ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ"

D.W. WINNICOTTS TRAGIK METAPHORE: THE USE OF THE OBJECT.

"Η ΝΕΚΡΗ ΣΙΒΥΛΛΑ."

ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

 

Ανδρέας Γιαννακούλας,

 

 Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis   mei

vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:

Σίβυλλα τι θέλεις; Respondebat ill: αποθανείν θέλω.

Πετρώνιος

(L’epigrafe è tratta dal Satyricon di Petronio Arbitro (1° sec. D.C.)

 

Πιστεύουμε ότι διάφορες διανοητικές, θεωρητικές και μεταφυσικές μορφές σκέψης μας έχουν προσφέρει πολλές γνώσεις για το ένστικτο του θανάτου, συμπεριλαμβανομένων και όλων των ειδών προβολικής ταύτισης με τους άλλους, ειδικότερα με τον αναλυτή. Αν όμως παραδεχθούμε ότι όλες οι περιπτώσεις δεν συνίστανται σε προβολή ή ταύτιση, γνωρίζουμε πολύ λίγα για τον θάνατο ή το "αποθανείν θέλω" της μητέρας ή του αναλυτή. Ο θρήνος της Σίβυλλας ή ο μητρικός θρήνος αναφέρεται πάντα στον εαυτό του· η θλίψη αυτή χαρακτηρίζεται κατ’ εξοχήν όχι μόνο από ένταση αλλά και από αυτό-αναφορικότητα.

 Όπως είναι γνωστό, ενώ η Klein έθεσε στο κέντρο του έργου της την τάση του νηπίου για  κατάθλιψη, ο Winnicott άρχισε πρώτος να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις συνέπειες που έχει στο νήπιο η κατάθλιψη της μητέρας.

Σε ένα κείμενο του 1958 ("Reparation in Respect of the Mother’s Organized Defense against Depression"), ο Winnicott ασχολείται με το νήπιο ή το παιδί της μητέρας με κατάθλιψη. Το ενδιαφέρον του εστιάζεται κυρίως στον αντίκτυπο που έχουν για το νήπιο τα μητρικά συναισθήματα και στις διαστρεβλώσεις που υφίσταται η διαδικασία της ανάπτυξης, οι οποίες οφείλονται στο γεγονός ότι το παιδί πρέπει να έρθει αντιμέτωπο και συχνά να θεραπεύσει τις καταθλιπτικές τάσεις της μητέρας. Τα παιδιά με καταθλιπτικές μητέρες, γράφει ο Winnicott, "επωμίζονται ένα καθήκον που δεν μπορεί ποτέ να εκπληρωθεί: να αντιμετωπίσουν τη διάθεση της μητέρας τους".

Ο André Green περιγράφει τη σημασία που έχει η έννοια της ψυχικά "νεκρής μητέρας" για μια μεγάλη ποικιλία κλινικών περιπτώσεων. Η έννοια της "νεκρής μητέρας" ορίζει ένα κλινικό φαινόμενο, το οποίο ενίοτε ταυτίζεται δύσκολα αλλά εμφανίζεται συχνά. Αναφέρεται σε μια διαδικασία μέσω της οποίας η εικόνα μιας ζωντανής και τρυφερής μητέρας μεταμορφώνεται σε μια "απόμακρη μορφή", στην εικόνα μιας μητέρας αναίσθητης, σχεδόν άψυχης και νεκρής. "Η μητέρα βρίσκεται στην πραγματικότητα εν ζωή αλλά έχει ψυχικά ‘πεθάνει’ για το παιδί. Το φαινόμενο αυτό προκαλεί κατάθλιψη στο παιδί, το οποίο μεταφέρει αυτά τα συναισθήματα στην ενήλικη ζωή, καθώς η εμπειρία της απώλειας της μητρικής αγάπης έχει σαν συνέπεια την απώλεια νοήματος της ζωής. Τίποτε δεν έχει πια νόημα για το παιδί, παρόλο που η ζωή συνεχίζει να φαίνεται φυσιολογική".

 Η Natalie, μια τριανταπεντάχρονη ανύπαντρη γυναίκα παραπέμφθηκε σε μένα από τον ψυχαναλυτή της ο οποίος με πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό ψυχιατρική νοσηλεία και πάθαινε κρίσεις που απαιτούσαν σύντομη νοσηλεία σε νοσοκομείο.

Όταν μου τηλεφώνησε για την προκαταρκτική συνάντηση, εντυπωσιάστηκα από την άνεση και τη σιγουριά του τόνου της φωνής της και από την προθυμία με την οποία προσαρμόστηκε στο πρόγραμμά μου. Αυτό συνέβη κατά τη δεύτερη εβδομάδα του Ιουλίου 2004· προγραμματίσαμε τρεις συναντήσεις.

 Ήταν μια ευχάριστη γυναίκα, κοκκινομάλλα, παχουλή και με έναν αέρα αδεξιότητας. Ήταν ντυμένη με παλιομοδίτικα, αλλά αξιοπρεπή ρούχα, τα οποία φορούσε με χαρακτηριστική αμέλεια. Υπήρχε μια λανθάνουσα ζωντάνια στην έκφρασή της και μια γοητευτική ένταση στο βλέμμα της, αν και οι σωματικές της κινήσεις έδιναν μάλλον μια εντύπωση λήθαργου και κατάθλιψης.

Ο Winnicott παρατήρησε ότι "ο εαυτός βρίσκεται τοποθετημένος κατά κανόνα στο σώμα, αλλά μπορεί σε συγκεκριμένες περιστάσεις να αποσυνδεθεί από το σώμα και να μετατεθεί στο βλέμμα και την έκφραση της μητέρας ή στον καθρέφτη ο οποίος ενδέχεται να αναπαριστά το πρόσωπο της μητέρας".

Διασκέδαζα καθώς παρατηρούσα την ικανότητά της να με εμπλέκει σε ένα θεραπευτικό εγχείρημα, ξεχνώντας την έλλειψη χρόνου μου και την ανησυχία μου για τις κλινικές της περιπέτειες και τις αστάθειες της διάθεσής της για τις οποίες άλλωστε είχε παραπεμφθεί σε μένα.

 Συνειδητοποιούσα ότι ανταποκρινόμουν με έναν ανεξέλεγκτο αυθορμητισμό στην ανάγκη της για βοήθεια αλλά αυτό που προκάλεσε την κλινική μου ανταπόκριση και τις θετικές μου προσδοκίες  ήταν η μεταδοτική της ζωντάνια.

Έμαθα από την Paula Heimann ότι η αντι-μεταβίβαση εκτείνεται σε όλα τα συναισθήματα που ο αναλυτής νιώθει για τον ασθενή του. Ο αναλυτής πρέπει να είναι ικανός να τα αντιμετωπίσει υποτάσσοντάς τα στην αναλυτική διαδικασία, κατά την οποία λειτουργεί ως το κατοπτρικό είδωλο του ασθενούς. Μου δίδαξε επίσης πόσο αναγκαίο είναι ο αναλυτής να είναι φυσικός και αυθεντικός.

Γνωρίζουμε ότι το βλέμμα των νηπίων, με την αμεσότητά του, αποτελεί μέρος ενός κώδικα σημασίας όπως συμβαίνει με την έλλειψη οπτικής "έκφρασης" στις σοβαρές παθολογικές περιπτώσεις.

Πιστεύω ότι δεν τίθεται θέμα να αγνοηθεί η αμεσότητα των "χειρονομιών" του βλέμματος, άρα δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για δισταγμό, αμφιβολία ή περαιτέρω επεξεργασία.

Το θέμα της πολυπλοκότητας της επικοινωνίας στο πλαίσιο της σχέσης μητέρας-παιδιού στην ψυχανάλυση είναι τόσο ευρύ όσο και τα συμβολικά μέσα της έκφρασης στη ζωγραφική. Όπως γνωρίζουμε από την πρώιμη Αναγέννηση, το κέντρο της αισθητικής εμπειρίας έχει μεταφερθεί στο οπτικό πεδίο μεταξύ μητέρας και παιδιού.

Ο Ferenczi, ο Lacan, ο Winnicott και η Marion Milner παρατήρησαν και περιέγραψαν από διαφορετικές οπτικές τη ζωτική σημασία της "ιστορικότητας" του βλέμματος με όλες τις δυνατότητές του για δημιουργία και ενσωμάτωση, όπως και τη διαλεκτική της αναγνώρισης-άρνησης από την πλευρά του νηπίου του ρόλου της μητέρας ως κατόπτρου του και της διαδικασίας της μεταβίβασης.

"Τι βλέπει το νήπιο όταν κοιτάζει το πρόσωπο της μητέρας; Θεωρώ ότι, κατά κανόνα, το νήπιο βλέπει τον εαυτό του. Με άλλα λόγια, η μητέρα κοιτάζει το νήπιο και η εικόνα της σχετίζεται με αυτό που το νήπιο βλέπει μέσα στο βλέμμα της" (η υπογράμμιση δική μου) (Winnicott, 1967, σ. 112). Το νήπιο, όταν κοιτά το πρόσωπο της μητέρας του, διαμορφώνει την αίσθηση του εαυτού του βάσει της έκφρασης του προσώπου της.

 Θα υπεραπλούστευα και θα διαστρέβλωνα τα γεγονότα αν μιλούσα μόνο για ναρκισσισμό ή αν αποκρυπτογραφούσα απλώς τις αρχικές αντι-μεταβιβαστικές μου αντιδράσεις. Νομίζω ότι τίποτε δεν δικαιολογεί ερωτήσεις αυτού του είδους καθώς, σε αυτό το στάδιο, η σημειωτική, στην καλύτερη περίπτωση, δεν αποτελεί επαρκές κριτήριο διάγνωσης.

Αποφεύγω σκοπίμως να χρησιμοποιήσω ψυχοπαθολογικούς όρους και τυπολογίες νόσων, καθώς στοχεύω να μεταφέρω με περισσότερη σαφήνεια την αίσθηση της αμεσότητας και της παρατοποθετημένης ζωντάνιας τις οποίες η ασθενής κατάφερε να εκφράσει με την παρουσία και ιδίως με το βλέμμα της.

Σε όλη αυτή τη στάση λάνθανε βέβαια μια απόπειρα αποπλάνησης, αλλά, παρόλο που η βασική συνέπεια ήταν μια οπτική εντύπωση, η ταυτόχρονη χαλάρωση της λεκτικής και της προσωπικής επικοινωνίας ενέτειναν περισσότερο τις ανακλιτικές ανάγκες της και τα κρυμμένα της άγχη, καθιστώντας τα ανεξέλεγκτα και αναγκαστικά.

Παρατήρησα ότι ο πόνος, ο ενθουσιασμός και η αποκάλυψη των εμπειριών της έθεταν σε κίνηση μια ζωντανή αφήγηση με περισσότερες συγκεκριμένες αναφορές και λιγότερες φορτισμένες ή συμπυκνωμένες μεταφορές, γεγονός που άφηνε ελάχιστο περιθώριο για τη δική μου παρέμβαση.

Μου είπε πως είναι το μοναχοπαίδι δύο μάλλον ηλικιωμένων γονιών. Η οικογένειά της κατάγεται από την επαρχία και ανήκει στην ιταλική μεσοαστική τάξη. Ο πατέρας της είναι οικονομολόγος και η μητέρα της διδάσκει λογοτεχνία.

Γεννήθηκε δέκα χρόνια μετά τον γάμο των γονιών της. Ήταν σχετικά ανακριβής ως προς τις ημερομηνίες και μου είπε σχετικά απρόθυμα ότι η μητέρα της πέρασε μια μεγάλη περίοδο κατάθλιψης πριν τη γέννησή της. Τη ρώτησα αν ήξερε τους λόγους και με μεγάλο δισταγμό είπε ότι ήξερε πως η μητέρα της είχε χάσει ένα παιδί πολύ πριν γεννηθεί η ίδια. Η μητέρα της δεν ήθελε να το συζητά και το θέμα ήταν ταμπού στην οικογένεια. Η Natalie ήξερε για αυτόν τον θάνατο αλλά ακόμη και ο πατέρας της δεν το ανέφερε ποτέ.

Η μητέρα της πέρασε μια μεγάλη περίοδο της εγκυμοσύνης της καθηλωμένη και η Natalie υπήρξε εξ αρχής αντικείμενο υπερπροστασίας. Άργησε να περπατήσει και οι γονείς της έδειξαν μεγάλη ανησυχία για το γεγονός. Θυμάται να την κρατούν όρθια, σαν σικελική κούκλα, ακόμη και αργότερα. Οι αναμνήσεις αυτές σκιαγραφούν σημαντικές εισβολές και παραβιάσεις του Εγώ και του εαυτού.

Ήταν ένα προικισμένο παιδί, ικανό να διαβάζει και να γράφει πολύ πριν πάει σχολείο και η μητέρα της της ζητούσε να δείξει σε άλλους τα ποιήματά της. Έκανε ιδιωτικά μαθήματα αγγλικών και πολύ σύντομα μπορούσε να μιλά και να γράφει στα αγγλικά.

Τώρα δουλεύει ως δημόσιος υπάλληλος σε μια μάλλον υψηλή θέση. Αλλά η ικανότητά της να διοχετεύει την ενέργεια και το ενδιαφέρον της στη δουλειά της αποτύγχανε συνεχώς και δεν ήταν ικανή να διατηρήσει μια συνέχεια, εξαιτίας της περιοδικής κατάρρευσης της διάθεσής της, της κατάθλιψης και των τάσεων απομόνωσης. Σε αυτό το σημείο της αφήγησής της ένιωθε μάλλον απελπισμένη και συχνά έκλαιγε. Κατά τα τελευταία δέκα χρόνια ένιωθε πολύ κατεθλιμμένη και είχε τάσεις απομόνωσης κυρίως κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα.

Μερικές φορές μένει στο κρεβάτι, κοιμάται για μέρες αποκόβοντας τον εαυτό της απολύτως από τον υπόλοιπο κόσμο. Περιγράφει την κατάστασή της σαν μια πραγματική καταληψία[1][1] με συμπτώματα απόλυτης απομόνωσης και υπνηλίας. Μπορεί να παραμένει σε μια τέτοια κατάσταση για δύο ή περισσότερες μέρες σαν να είναι νεκρή.

Εξέφρασα ήπια την ερώτηση κατά πόσο μπορεί να παρουσιάζει ομοιότητες με την κατεθλιμμένη μητέρα της ή με το αγέννητο, νεκρό παιδί. Θεωρούσα ότι η ψυχική της καταφυγή αποτελεί ένα είδος ενταφιασμού κατά τον οποίο ταυτίζεται με τη νεκρή μητέρα ή το νεκρό παιδί.

Χρησιμοποιώντας το πρωτοποριακό  σε αυτήν την περιοχή έργο της Marion Milner, της Nina Farhi, της Lore Schacht και του Fordham καθώς και την πολύ συγκινητική προσωπική περιγραφή του Guntrip, εξέτασα την υπερβολικά στενή σχέση που μπορεί να υπάρχει με την προηγούμενη γέννα και την απώλεια, γεγονότα που έχουν σαν συνέπεια την "ανεπαρκή αυτό-αναπαράσταση" του επόμενου παιδιού καθώς και την απόλυτη συμμετοχή στην απώλεια και την κατάθλιψη των γονιών.

Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Natalie ήταν ιδιαίτερα εξαρτημένη (εστιακή συμβίωση) από τις διαθέσεις των γονιών της, από τις προσδοκίες τους και τη σχέση προσκόλλησης με αποτέλεσμα να μην έχει κανενός είδους αυτό-αναπαράσταση.

Στην τρίτη μας συνάντηση μου είπε ότι μετά την προηγούμενη συνεδρία, είχε νιώσει μάλλον αναστατωμένη και αμφέβαλλε για το κατά πόσο θα έπρεπε να αρχίσει θεραπεία. Για αυτόν τον λόγο τηλεφώνησε στη θεία της (την αδελφή της μητέρας της) εκφράζοντας τις αμφιβολίες της. Η θεία της τη ρώτησε "ποιο είναι το πρόβλημα;".

Παρατήρησα, λαμβάνοντας υπόψη την ισχυρή θέση της θείας της στη ζωή της, ότι η Natalie δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια θεραπευτική συμμαχία. Αλλά, πάνω από όλα, αναρωτιόμουν αν, σε ένα άλλο επίπεδο δεν δημιουργούσε, ήδη μέσα στο πλαίσιο της μεταβίβασης, μια ενδιάμεση περιοχή επικοινωνίας, έξω από τις γονεϊκές αναφορές.

Συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε ανάλυση τέσσερις φορές την εβδομάδα κατά τη δεύτερη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου.

Αν "το ουσιαστικό χαρακτηριστικό της αντι-μεταβίβασης είναι το γεγονός ότι ο ασθενής αποκτά συναισθηματική σημασία για τον αναλυτή κατά έναν μάλλον υποκειμενικό παρά αντικειμενικό τρόπο" (D. Winnicott), η ανταπόκρισή μου στην ανάγκη της για βοήθεια και η προσαρμογή μου στο αίτημά της να συναντιόμαστε στις 2 μ.μ. (η μόνη δυνατή ώρα για αυτήν, πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να θυσιάσω τον ελληνικό μου μεσημβρινό ύπνο) δεν ήταν τόσο ουδέτερη.

 

Παρόλα αυτά, η ασθενής δεν εμφανίστηκε τη δεύτερη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου κα δεν τηλεφώνησε ούτε απάντησε στο τηλεφώνημά μου της Τετάρτης. Τηλεφώνησε μόνο την Παρασκευή ζητώντας να με δει. Της απάντησα ότι μπορούσαμε να συναντηθούμε τη Δευτέρα, όπως είχαμε συμφωνήσει.

Ήρθε στην ώρα της αλλά δεν απολογήθηκε, παρά μόνο λέγοντάς μου ότι κοιμόταν για τις πρώτες τρεις μέρες της προηγούμενης εβδομάδας. Παρόλο που θεώρησα ότι επρόκειτο για μια σημαντική ένδειξη επικοινωνίας στο πλαίσιο της μεταβίβασης, αποφάσισα να μην το σχολιάσω σε εκείνο το στάδιο.

Κατά την πρώτη περίοδο της ανάλυσής της είχε τονίσει, στο πλαίσιο των ελεύθερων συσχετισμών της, πόσο, κατά την περίοδο της παιδικής της ηλικίας, η μητέρα της τη μεταχειριζόταν με έναν περίεργο τρόπο, εννοώντας ότι δεν την έντυνε ούτε ως κορίτσι ούτε ως αγόρι. Ένιωθε πάντα ότι η μητέρα της καταλάβαινε πολύ λίγο τα παιδιά. Στην πραγματικότητα δεν ήξερε αν ήταν μικρή ή μεγάλη παρόλη τη μικρομέγαλη εμφάνισή της.

Κατά καιρούς ένιωθε να είναι προέκταση της μητέρας της. Συνήθως μοιράζονταν ενήλικες συναντήσεις και κοινωνικές εκδηλώσεις όπως πάρτυ, θέατρα κτλ. και συχνά η μητέρα της την παρακινούσε να εκφωνεί επικηδείους λόγους για ανθρώπους που δεν είχε δει ή γνωρίσει ποτέ της.

Φυσικά ήταν λογικό να αριστεύει στο σχολείο και, όντας πολύ εύστροφη, ήταν αντικείμενο θαυμασμού. Μπορούσε να μελετά για τις εξετάσεις της με σταθερή προσπάθεια και επιτυχία αλλά της έλειπε η ικανότητα να απολαμβάνει τα άριστα αποτελέσματά της.

Η έννοια της πρώιμης ανάπτυξης του Εγώ του Winnicott περιλαμβάνει την αρχική παρατήρηση του Freud ότι "υπάρχει πιθανότητα η εξέλιξη του Εγώ να ξεπεράσει χρονολογικά τη λιβιδινική εξέλιξη".

Τα παιδιά με πρώιμο Εγώ παρουσιάζουν συμπεριφορές που δηλώνουν αποξένωση από τον εαυτό και φυσικά αντιδράσεις που συνδέονται στενά με την αποτυχία του περιβάλλοντος τους και την εισβολή της εσωτερικής πραγματικότητας της μητέρας ή την παθολογική προσκόλληση στη γονεϊκή σχέση.

Όπως είναι γνωστό, αφενός ο δισταγμός συνυπάρχει με την συναισθηματική τους υποταγή στους άλλους, αφετέρου, τη συστηματική χρήση ενός ψευδούς εαυτού έχει σαν συνέπεια φαινόμενα ευαισθησίας και φαινομενικής σοφίας που απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά στην περίπτωση φυσιολογικών παιδιών. Η μικρομέγαλη σοφία μπορεί να είναι μόνο "η γνώση των νεκρών μυστικών", για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του T. S. Eliot (A. Giannakoulas, M. Hernandez, 2003).

Η ασθενής συνειδητοποιούσε σταδιακά ότι δεν είχε ποτέ αίσθηση του σώματός της και ότι ποτέ δεν αντλούσε από αυτό προσωπική ευχαρίστηση. Αδιαφορούσε για τις συνήθεις θηλυκές ενασχολήσεις και τα προβλήματα των ενηλίκων.

Επεσήμαινε συχνά σε αυτά τα συμφραζόμενα ότι πάντα ένιωθε πως ο τρόπος με τον οποίο βίωνε τη ζωή της ήταν διαφορετικός από εκείνον των άλλων ανθρώπων και άρχισα σταδιακά να προσέχω πάνω της μερικά σαφή χαρακτηριστικά αρρενωπότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, συσχέτισα την κατάστασή της με το θέμα των (υπερ)ταυτίσεων ως παθογόνων παραγόντων. Για τον Khan "τέτοιες τάσεις για (υπερ)ταύτιση πάντα συνοδεύονται από μια ισχυρή αμφιφυλόφιλη λιβιδινική δομή του χαρακτήρα. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την κλινική μου εμπειρία. Στο επόμενο στάδιο τίθεται το πρόβλημα του ότι η απουσία σεξουαλικής ταυτότητας και διαφοροποίησης λειτουργούν ως προπέτασμα έναντι της έλλειψης διαφοροποιημένων σχέσεων αντικειμένου στο νηπιακό στάδιο" (επιστολή του Masud Khan στην Claire Winnicott, από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα).

Μου είπε ότι, παρόλο που μπορούσε να δείξει μεγάλο ενθουσιασμό και ενδιαφέρον για ανθρώπους και πράγματα, τα αισθήματα αυτά ήταν πάντα επιφανειακά και μικρής διάρκειας, και ότι πέρασε τη ζωή της παραμερίζοντας οτιδήποτε ήταν επώδυνο ή αιτία συγκρούσεων για την ίδια ή για τους γονείς της.

Συνεπώς, σε σύγκριση με τους άλλους, δεν έφτασε ποτέ να ανακαλύψει τα προσωπικά της όρια και πολλές φορές έφτανε σε υπομανή αλαζονεία, περιφρόνηση για τα αδύναμά της συναισθήματα και προφανή έλλειψη ευαισθησίας.

Η παιδική και εφηβική της ηλικία μπορούν βεβαίως να θεωρηθούν μια προσωποποίηση της μανικής άμυνας, ιδίως καθώς οι γονείς της έφερναν πάντα την καταστροφή και τελούσαν υπό τον κίνδυνο κατάθλιψης, ενώ εκείνη εκπροσωπούσε τη χαρά της ζωής. Αλλά εν τέλει το έργο αυτό ήταν αδύνατο να εκπληρωθεί, καθώς η μητέρα της είχε περιοδικές κρίσεις και τάσεις αυτοκτονίας και ο πατέρας ήταν πολύ αγχωμένος, συχνά κυκλοθυμικός και απόμακρος.

Η επιθυμία και ο φόβος της να καταφύγει στην εξάρτηση από τους άλλους εμφανίστηκαν σχετικά νωρίς κατά τη διάρκεια της ανάλυσης στο πλαίσιο της μεταβίβασης, συνοδευμένοι από τους κινδύνους και τους αρχαϊκούς φόβους του ευνουχισμού και της εκμηδένισης.

Κατά τους πρώτους μήνες της ανάλυσης παρουσίασε φοβικές τάσεις και η βασική της εμμονή ήταν ότι ένιωθε παγιδευμένη στο μεγάλο της διαμέρισμα όπου, αν και ζούσε μόνη, δεν ένιωσε ποτέ  ότι έζησε με την αληθινή έννοια της λέξης. Ο πατέρας της είχε διαλέξει τα πάντα, "τα έπιπλα, τα βιβλία και όλοι οι πίνακες είναι δικοί του. Πιθανώς θα γιατρευτώ όταν μπορέσω να αλλάξω σπίτι και αγοράσω ένα καινούριο αυτοκίνητο με δικά μου χρήματα".

Κατά το διάστημα που επεξεργαζόταν τα αισθήματά του φθόνου και του θυμού που ένιωθε για τον πατέρα της και για εμένα, τον φόβο της ότι παγιδεύεται από τις προσδοκίες μου, αίσθημα που συνέδεε με την προσπάθεια να αλλάξει εμένα και να με γιατρέψει από τις εσωτερικές μου εικόνες, αφηγήθηκε ένα όνειρο: ήταν με τον πατέρα της ο οποίος την απειλούσε ότι θα πέσει από το παράθυρο. Εκείνη απάντησε οργισμένη ότι ήταν ελεύθερος να το κάνει αλλά ότι έπρεπε να αναλάβει τις ευθύνες για τον εαυτό του. Μετά από αυτό ωστόσο αγκάλιασε και χάιδεψε τη μεγάλη κοιλιά (pancione) του πατέρα της με πολλή τρυφερότητα.

Της είπα ότι θα μπορούσε να νιώσει εξοργισμένη με την εγκυμοσύνη του πατέρα της και τη μεγάλη του κοιλιά, όπου αναστέλλει τη γέννηση του αδελφού της, μεταθέτοντας σε εκείνη την ευθύνη των δολοφονικών φαντασιώσεων και τα αισθήματα ενοχής χωρίς να αφήνει περιθώριο για επανόρθωση.

Λαμβάνοντας υπόψη την αφήγηση του ονείρου και τους ελεύθερους συνειρμούς της, ήξερα ότι εννοούσε ότι είχε σκέψεις αυτοκτονίας. Αναρωτιόμουν αν το γεγονός αυτό μπορούσε να την τρομάξει τόσο πολύ ώστε οι σκέψεις αυτοκτονίας να έχουν κάθε φορά ως συνέπειες την απάθεια, την καταληψία και την ψυχική απομόνωση στην οποία βυθιζόταν κατά τη διάρκεια των περιοδικών της καταρρεύσεων.

Προφανώς, εξαιτίας της ασταθούς ναρκισσιστικής της ισορροπίας, η συνέχεια της ύπαρξής της, η οργάνωση του ψευδούς εαυτού και η ναρκισσιστική άμυνα του αυτιστικού αυτάρκους προκαλύμματός της, κατέρρεαν.

 

Κάποια μέρα, σχεδόν ψιθυρίζοντας, ανέφερε ότι ο χώρος και ο χρόνος ήταν για αυτήν παράξενες όψεις της εμπειρίας και αιτίες σύγχυσης. Συγχρόνως αναφέρθηκε στο γεγονός ότι κατέφευγε συχνά σε διάφορες φαντασιώσεις.

Όταν ξαπλώνει στο κρεβάτι, σχεδόν ακούσια παραδίνεται σε μια φαντασίωση που την απορροφά, με αποτέλεσμα σταδιακά να ξεχνά τα πράγματα γύρω της. Χωρίς να βλέπει και να ακούει τίποτε γύρω της, ταυτίζει τις φαντασιώσεις της με την πραγματικότητα και απορροφάται πλήρως από μια οπτική εντύπωση, ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Η κατάληξη αυτής της εμπειρίας είναι πάντα η ίδια: "η ψευδαίσθηση καταστρέφεται, το όραμα χάνεται και επιστρέφω στη γη με μια δυσάρεστη αίσθηση κενού". Η αντίθεση με τον "τρόμο των συνήθων πραγμάτων" όπως τον αποκαλεί ο Proust είναι προφανής. Στο τέλος δεν ήθελε να μιλάει για αυτές τις απουσίες όπως τις αποκαλεί και για το περιεχόμενό τους και εγώ φυσικά σκέφτηκα τις απουσίες μας στο πλαίσιο της αναλυτικής διαδικασίας.

Στο σημαντικό κείμενο του Freud "Formulations on the Two Principles of Mental Functioning" (1911), ο Freud προτείνει ότι "με την εισαγωγή της αρχής της πραγματικότητας ένα είδος σκέψης-δραστηριότητας αποκόπηκε. Αποσυνδέθηκε από τον έλεγχο διά της πραγματικότητας και υποτάχθηκε αποκλειστικά στην αρχή της ηδονής. Αυτή η δραστηριότητα είναι η φαντασίωση, που ξεκινά ήδη στο παιδικό παιχνίδι και, αργότερα, συνεχίζεται ως ονειροπόληση, παύοντας να εξαρτάται από πραγματικά αντικείμενα".

Ο Winnicott μετασχηματίζει σημαντικά την έννοια και τη χρησιμοποιεί για να περιγράψει κάτι που σχετίζεται με αλλά είναι ριζικά διαφορετικό από την έννοια του Freud (A. Philips). Για τον Freud, η φαντασίωση είναι η αναπόφευκτη συνέπεια της αρχής της πραγματικότητας και παρέχει μια αντισταθμιστική εσωτερική περιοχή ελευθερίας.

Στο έργο του Winnicott (1971a) η φαντασίωση "παραμένει ένα απομονωμένο φαινόμενο που απορροφά ενέργεια αλλά δεν συμβάλλει ούτε στη ζωή ούτε στα όνειρα". Είναι μια αδύναμη λύση (στερημένη ζωτικότητας) σε μια πρώιμη αποτυχία συμμετοχής στο περιβάλλον, μια διανοητική δραστηριότητα κατά την οποία δεν συμβαίνει τίποτε.

Μετά από έξι μήνες χωρίς καταρρεύσεις και χωρίς ανάγκη ψυχιατρικής βοήθειας, η Natalie άρχισε να με εμπιστεύεται περισσότερο και θέλησε να μου πει περισσότερα για τις απουσίες της.

Μου έδωσε να καταλάβω ότι η καθημερινή γλώσσα δεν επαρκεί για να εκφράσει το νόημα που έχουν για την ίδια αυτές οι καταστάσεις, κατά τις οποίες βιώνει την εξωτερική πραγματικότητα τόσο ως μέρος του εαυτού της όσο και ως αναπαράσταση των πιο κρυφών της σκέψεων. Για αυτούς τους λόγους το σκοτάδι, η μονοτονία, η φτώχεια και η θανάσιμη ανία της εσωτερικής της ζωής δίνουν τη θέση τους σε ένα χωρίς όρια αίσθημα φυγής.

 

Τα πράγματα που επικαλείται η φαντασία της είναι για τη Natalie παρόντα όσο και το άμεσο περιβάλλον της. Το αντίθετο ισχύει επίσης: ο κόσμος όπως τον αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις μοιάζει σαν να είναι μια εσωτερική κατάσταση, ένας φαντασιακός κόσμος. "Είναι σαν να φωτίζεται το τρομερό σκοτάδι των πραγμάτων γύρω μου".

Η σχεδόν ακραία αντίληψη της ύπαρξής της είναι μια εξέλιξη που οφείλεται σε αυτές τις προνομιακές καταστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο το σκοτάδι και η αίσθηση της καταστροφής στα οποία αναφέρθηκε προηγουμένως μπορούν να εισβάλουν στα αντικείμενα που αντιλαμβάνεται ως παρόντα (τα οποία είναι στην πραγματικότητα απόντα) και στην πραγματικότητα.

Φαντάζεται μια περιοχή στην οποία μπορεί να υπάρξει μια απόλυτα άνετη σχέση μεταξύ μητέρας και παιδιού. Δεν υπήρχαν θρησκευτικές ή υπερβατικές συνδηλώσεις στην περιγραφή της.

Ήταν προφανές ότι μέσα στη φαντασίωσή της αμβλύνεται η διάκριση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, παιδιού και μητέρας και, συνεπώς, και η διάκριση μεταξύ των αισθητών και των φαντασιακών αντικειμένων.

Αλλά ήταν και μία άλλη όψη της κατάστασής της που ήθελε να ξέρω. Μετά τη δεύτερη προκαταρκτική συνάντηση στην οποία ερμήνευσα την κατάστασή της ως ταύτιση με την καταθλιπτική μητέρα της, ένιωσε απολύτως άδεια, κρύα και απελπισμένη και ήθελε να κοιμηθεί αλλά πήγε στο πάρκο κοντά στο σπίτι μου. "Ήταν μια καλοκαιρινή μέρα αλλά χρειαζόμουν τη θερμότητα και τον ήλιο. Ήθελα τα πράγματα να λάμπουν με όλο και περισσότερο φως. Ένιωθα σχεδόν αδύναμη να επικοινωνήσω κατά βούληση. Τηλεφωνώντας στη θεία μου, ήξερα ότι χρειάζομαι βοήθεια".

Φαίνεται ότι η έκλαμψη ή η ανάγκη για βοήθεια την οποία ένιωσε μετά την ερμηνεία μου πήρε εκ των υστέρων (Nachträglichkeit, après coup) τη μορφή μιας έκφρασης της προσωπικής της συνείδησης, καθώς η διαδικασία της ανάλυσης προχωρούσε, και θα μπορούσε να είναι τώρα μια αναπαράσταση μιας διαδικασίας ενσωμάτωσης ενός αποκομμένου μέρους του εαυτού.

 

Για τον Winnicott, η υγιής ενσωμάτωση είναι δυνατή μέσω του κρατήματος (holding) και της συμπερίληψης (containing) αλλά αν η ενσωμάτωση είναι "ατελής ή μερική", τα μη ενσωματωμένα μέρη του νηπίου, κατά την άποψή του, αποκόπτονται. Κατά την αποκοπή, τα μη ενσωματωμένα μέρη του εαυτού χάνουν την επαφή με την εξελικτική διαδικασία που τα συνδέει. Είναι σαν να περιφέρονται κάπου σε ένα άγνωστο χώρο, αν και παραμένουν ακόμη μέσα στην τροχιά του εαυτού, κι έτσι ένας ενήλικος ασθενής, λ.χ., μπορεί ενίοτε να διαισθάνεται ότι νιώθει μια άγνωστη έλλειψη μέσα του και ωστόσο να είναι αδύνατο να διαμορφώσει μια αναπαράστασή της. Κατά την αναλυτική διαδικασία, η αποκοπή αρχίζει να διαλύεται μόνο όταν ο ασθενής θυμηθεί και "μεταφέρει" στον αναλυτή κάποιες όψεις του εαυτού.

Σε αυτήν την κατάσταση, κρίνοντας από την εμπειρία μου, το κράτημα και η συμπερίληψη είναι ουσιώδους σημασίας για να έρθει ο ασθενής σε μεγαλύτερη επαφή με τη φύση και τη σημασία των περισσότερο αρχαϊκών όψεων της μεταβιβαστικής-αντιμεταβιβαστικής σχέσης.

Πρόσεξα ότι ένα κοινό σώμα και μια κοινή ψυχική συνείδηση άρχισαν να αναδύονται αυθόρμητα και να αναπτύσσονται σταδιακά κατά την αναλυτική διαδικασία με συνέπεια βαθιές αλλαγές ως προς τη μεταξύ μας σχέση και ως προς τη σχέση της με το σώμα της. Ένιωθε ότι είναι απολύτως άχρηστη και ότι δεν πέτυχε τίποτε στη ζωή της. "Δεν κατάφερα ποτέ να δημιουργήσω κάτι που να αξίζει τον κόπο και να διαρκέσει. Τα πάντα καταρρέουν".

Εξέφραζε βαθιά και τρομακτικά αισθήματα αποσπασματικότητας και απονέκρωσης. Θρηνούσε για το εσωτερικό της κενό, για μια τρομερή αίσθηση σκοταδιού την οποία εξέφραζε με τη μεταφορά μιας μαύρης τρύπας.

Ο Paul-Claude Racamier (1987) περιέγραψε την ψυχωσική καταστροφή με τους ίδιους όρους που χρησιμοποίησε η Natalie. Μίλησε για τη φαντασίωση της αυτογονιμοποίησης που εκφράζεται περισσότερο μέσω αισθημάτων παρά μέσω κάποιας προσπάθειας αναπαράστασης: "Μου φαίνεται προφανές αλλά πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η ενεργοποίηση αυτής της ‘φαντασίωσης’ [της αυτογονιμοποίησης] έχει ως συνέπεια μια εξαιρετικά σπάνια μεταβολή στη διανοητική κατάσταση του ατόμου. Συνιστά αυτό που θα αποκαλούσα ένα κενό ψυχικό γεγονός (και εννοώ το ‘ψυχικό’). Φυσικά, απαιτεί απόλυτη άρνηση – αλλά είναι κάτι περισσότερο από άρνηση: πρόκειται για τη συγκρότηση και την ενεργοποίηση αυτής της φαντασίωσης η οποία είναι εξαιρετικά αποπλανητική. Και το λέω αυτό επιπλέον γιατί η αυτογονιμοποίηση συνδέεται άμεσα με τη ναρκισσιστική αποπλάνηση. Κάθε πρόσωπο που φτάνει σε αυτό το στάδιο θα εκτεθεί στο ‘κενό’ γεγονός, εξίσου γοητευτικό όσο και τρομερό, το οποίο εκκενώνει το μυαλό του από οτιδήποτε άλλο και ο μόνος τρόπος να αναρρώσει κανείς είναι μέσω της δημιουργίας μιας ψευδαίσθησης".

Η Piera Aulagnier συγκρίνει την παραισθητική εμπειρία με την αίσθηση ενός χεριού που κρατιέται από έναν βράχο ο οποίος πέφτει συνεχώς στο κενό σαν να έχει παγιδευτεί σε έναν ανεμοστρόβιλο. Η μόνη λύση για τον ασθενή είναι να παράγει ψευδαισθητικές εικόνες, ιδίως ανθρώπων που τον καταδιώκουν για να αποφύγει μια ελεύθερη πτώση χωρίς αναπαραστάσεις.

Χρησιμοποιώντας κλινικό υλικό, "την αναπαράσταση ενός παιδιού που πέφτει μέσα σε μια τρύπα" σαν μια "ψυχολογική καταστροφή", ο Vincenzo Bonaminio και η Mariassunta Di Renzo σημειώνουν: "αλλά περισσότερο από όλα, φαινόταν ότι αυτή την ψυχολογική καταστροφή, την οποία το παιδί διαισθανόταν από την αρχή της ανάλυσης και την οποία ανακατασκεύαζε με σταθερότητα και κόπο καθώς η ανάλυση προχωρούσε, μπορούσε τώρα να την αναπαραστήσει σε πρώτο πρόσωπο και ταυτοχρόνως, στο πλαίσιο της δεύτερης εκ των υστέρων αναθεώρησης (après coup, Nachträglichkeit) να πάρει απόσταση από αυτήν". Συνδέοντας την ταύτιση με ένα νεκρό πρωταρχικό αντικείμενο, με τη μανική άμυνα και επιπλέον με την έννοια της ψυχικής εργασίας με στόχο τον άλλο, συμφωνούν τόσο θεωρητικά όσο και ως προς την κλινική πρακτική με το έργο του Green.

 

Δεν αμφιβάλλω ότι ο διχασμός του αντικειμένου και του Εγώ, η άρνηση και οι παντοδύναμοι χειρισμοί της σχέσης του αντικειμένου, μαζί με ταυτίσεις και προβολικές ταυτίσεις έπαιζαν έναν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των συμπτωμάτων της ασθενούς μου. Ωστόσο, η προσπάθεια της μανικής άμυνας – δηλαδή η στοιχειώδης αποκοπή, η απάρνηση (η Verleugnung του Freud) της εσωτερικής πραγματικότητας και ειδικότερα τα αισθήματα που συνδέονταν με την κατάθλιψη, την αναστολή της γέννησης και με την "ψυχική εργασία με στόχο τον άλλο" – κατέρρεε συνεχώς.

Πρόκειται για αποκοπή, όχι απώθηση, ή διχασμό. Όπως γράφει ο Winnicott "κάποιοι θα το αποκαλούσαν διχασμό προσωπικότητας. Είναι καλύτερο ωστόσο να κρατήσουμε τον όρο διχασμός για τους πρωτόγονους μηχανισμούς άμυνας που υποκρύπτονται της συμπτωματολογίας των σχιζοφρενικών ή οριακών προσωπικοτήτων ή προσώπων με κρυφή σχιζοφρένεια και να διατηρήσουμε την αποκοπή ως όρο για την περιγραφή των περιπτώσεων κατά τις οποίες κάποιος μπορεί να επικοινωνεί με έναν κύριο εαυτό για ένα μέρος του εαυτού" (D. Winnicott, 1984-1965).

Φαίνεται ότι εξαιτίας των παθολογικά διαταραγμένων σχέσεων της με τα εσωτερικευμένα αντικείμενα της νηπιακής και παιδικής της ηλικίας, ξεκινώντας από την ίδια της τη σύλληψη, την κύηση και τη γέννησή της, η Natalie βιώνει στον εσωτερικό της κόσμο απελπισία και απόγνωση ως προς τις δημιουργικές και αντισταθμιστικές της τάσεις και αποτυχίες. Η απώλεια της ναρκισσιστικής αυτό-εκτίμησης εξαιτίας τέτοιων κατεστραμμένων και διαλυμένων σχέσεων με τις εσωτερικές γονεϊκές μορφές μπορούσε να θεραπευθεί μόνο μερικά από την ίδια με το να προσφέρει ικανοποίηση σε ένα πραγματικό εξωτερικό αντικείμενο και εαυτό μέσω της εξερεύνησης των δυνατοτήτων του Εγώ της, των λειτουργιών και των προσωπικών χαρισμάτων και εξιδανικεύσεών της (M. Khan).

Είχε πλέον συνειδητοποιήσει ότι η ικανότητά της να προσδίδει στη δουλειά της ενέργεια και να την εξιδανικεύει αποτύγχανε συνεχώς καθώς δεν μπορούσε να διατηρήσει μια συνέχεια εξαιτίας της περιοδικής της κατάρρευσης της διάθεσης, της κατάθλιψης και της απομόνωσης.

Πρόσεξα ότι δεν ήταν πλέον χαμογελαστή και πρόσχαρη όταν με χαιρετούσε αλλά κατά τη διάρκεια των συνεδριών κατάφερνε πάντα να βρει μια θέση για να με κοιτάζει. Πέρα από την ανάγκη της να με ελέγχει, αναρωτιόμουν πόσο πολύ με χρειαζόταν να είμαι εκεί και να είμαι "ξύπνιos, ζωντανos και καλά" (D. Winnicott). and to keep "awake, alive and well"

 

Αυτήν την περίοδο το άγχος της ήταν πολύ πιο έντονο και την ανησυχούσε το γεγονός ότι και η ίδια και οι γονείς της ήταν εύθραυστοι.

Η σχέση των γονιών της περιγράφεται σαν μια απόλυτη σύντηξη, ένα είδος έλλειψης προσωπικής ταυτότητας και μια κατάσταση συνεχούς έλλειψης ενσωμάτωσής τους ως μεμονωμένων προσώπων. Ένιωθε ότι και οι δύο επιζητούσαν και είχαν ανάγκη την αποκατάσταση μέσω του άλλου και δεν κατάφερε ποτέ να σχετιστεί με τον ένα χωρίς την εισβολή και τον έλεγχο του άλλου.

Περιέγραψε λεπτομερειακά τις δυσκολίες της που είχε μαζί τους, εκφράζοντας αισθήματα απελπισίας και διαφωνίας αλλά δεν μίλησε ποτέ για αυτούς ως χωριστά πρόσωπα με κάποια αμοιβαιότητα.

Παρατήρησα ότι αναφερόταν στους γονείς της περισσότερο ως υποκειμενικά αντικείμενα και σκεφτόμουν ότι μπορεί να απέτυχαν να χειριστούν με επάρκεια όχι μόνο την αγάπη αλλά και τα αισθήματα επιθετικότητας, μίσους και καταστροφικότητας που ένιωθαν.

Όλοι μας χρησιμοποιούμε λίγο πολύ την αντιμεταβίβαση ως έναν απαραίτητο οδηγό όχι μόνο για την κατάσταση του ασθενούς αλλά και για τη δική μας. Συνεπώς, με προβλημάτιζε ο δικός μου εκνευρισμός με την ασθενή και το αίσθημά μου ανησυχίας και σύγχυσης σε αυτό το στάδιο.

Θεώρησα ότι η ασθενής με έκανε να βιώσω και να αισθανθώ αυτά που αισθανόταν εκείνη. Λάμβανα υπόψη μου ακόμη και την ανάγκη της να με τρελάνει στην προσπάθειά της να με κάνει να βιώσω ό,τι είχε περάσει παθητικά σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξής της (Pearl King), Masud Khan κ.ά.).

Ο Searles ορίζει την προσπάθεια κάποιου να τρελάνει τον άλλο (ή να τον καταστήσει άρρωστο, ή να προκαλέσει κατάθλιψη) όχι ως μια μονομερή επίδραση αλλά σαν μια διάδραση ή ακόμη και ως μια πάλη στην οποία εμπλέκονται εξίσου και οι δύο πλευρές. Ο Searles φτάνει να υποστηρίξει ότι ο στόχος της ψυχανάλυσης, στον βαθμό που η τελευταία βοηθά να έρθει στην επιφάνεια μια κρυμμένη σύγκρουση, είναι εξ ορισμού στενά συνδεδεμένη με αυτή την προσπάθεια.

 

Με εξέπληξε ωστόσο μια άποψη του H. Segal που φαίνεται σημαντικά επηρεασμένη από την "ανεξάρτητη" αγγλική ψυχαναλυτική σχολή: "Όσο ο αναλυτής προσεγγίζει την ψυχωσική διαδικασία, τόσο περισσότερο καθίσταται ένα αντικείμενο που βομβαρδίζεται από τις γονεϊκές προβολές τις οποίες υπέστη ο ασθενής". "Οι γονεϊκές προβολές", υπογραμμίζει ο Pontalis, "που επαναπροβάλλονται στην ανάλυση και δεν αποτελούν απλές προβολές κακών εσωτερικών αντικειμένων" (1977). Πρόκειται για μια δραματοποιημένη επανάληψη της πρωταρχικής σχέσης μητέρας-παιδιού και της σχέσης προσκόλλησης στον πατέρα, που από παθητική γίνεται ενεργητική.

Έπειτα αφηγήθηκε ένα όνειρο κατά το οποίο έβλεπε ότι ξύπνησε και με μια παράξενη κίνηση έσπασε δυο κούπες που βρίσκονταν πάνω σε ένα γραφείο. Και οι δύο γονείς αναστατώθηκαν και ο πατέρας της σχολίασε: "πόσο παράξενη είναι πάλι".

Συνέχισε λέγοντας ότι χρησιμοποιεί μόνο ένα μικρό μέρος του διαμερίσματός της επειδή φοβάται ότι θα καταστρέψει το υπόλοιπο: "Το βρίσκω δύσκολο ακόμη και να κινηθώ μέσα στο σπίτι μου γιατί αν καταστρέψω κάτι, δεν μπορώ να το επιδιορθώσω μόνη μου. Η επιστροφή στο σπίτι μετά τη δουλειά δεν με χαροποιεί, δεν το νιώθω δικό μου". Επεξεργαστήκαμε το βαθύ της άγχος, τα αισθήματα ενοχής για τα καταστροφικά της συναισθήματα, την αποξένωση από τον εαυτό της και την αποπροσωποποίηση.

Με τον όρο αποπροσωποποίηση, ο Winnicott περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία το άτομο βιώνει έναν διχασμό μεταξύ σώματος και πνεύματος και δεν αισθάνεται τον εαυτό του στο σώμα του.

Σε εκείνο το σημείο υπήρξε μια πραγματική αλλαγή στη συνεδρία που αποφάσισε με μεγάλες δυσκολίες να εκμυστηρευθεί "κάτι που δεν είπα σε κανένα. Ξεκίνησα να αυνανίζομαι στην ηλικία των τριών ετών". Αυτές οι φαντασιώσεις αυνανισμού την έφεραν σε δύσκολη θέση και της προκάλεσαν ισχυρό αίσθημα ντροπής.

Οι Laufer (1995) έχουν εξετάσει το ζήτημα της εφηβικής κρίσης και το συσχετίζουν με την ανικανότητα του ατόμου να αποδεχθεί το εφηβικό σώμα καθώς σηματοδοτεί μια νέα και κρίσιμη φάση αποχωρισμού από τη μητέρα. Αναφερόμενος στην εικόνα του σώματος, στη σεξουαλικότητα και τον ψυχωσικό πυρήνα, ο Eglé Laufer γράφει: "για κάποιους εφήβους ωστόσο η πίεση που ασκεί το σώμα όταν ωριμάζει σεξουαλικά και η οποία προκαλεί αλλαγές στην εξιδανικευμένη εικόνα του σώματος βιώνεται ως μια συνεχής πηγή συντριπτικού άγχους όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς από τον ψυχαναγκαστικό τρόπο με τον οποίο μερικοί σοβαρά διαταραγμένοι έφηβοι ψάχνουν τρόπους να νιώσουν ότι ελέγχουν το σώμα τους. Φαίνεται σαν να τους είναι απαραίτητη η προεφηβική εξιδανικευμένη εικόνα του σώματος επειδή περιέχει ακόμη την πρώιμη νηπιακή παντοδυναμία του ζεύγους μητέρα-νήπιο σαν να μην είχε εγκαταλειφθεί κατά την οιδιπόδεια φάση.

Αυτοί οι έφηβοι δίνουν την εντύπωση ότι η αντίληψή από την πλευρά τους της σχέσης των γονιών τους περιέχει άρνηση της πραγματικότητας της σεξουαλικότητας των γονιών και αντικατοπτρίζει τη σύγχυση και την αμφισημία της σχέσης που έχουν με την πραγματικότητα της σεξουαλικότητας του δικού τους σώματος".

 

Σταδιακά κατά την ανάλυσή της, η Natalie άρχισε να νιώθει πικρία επειδή αρχικά οι γονείς της αλλά και άλλοι στη συνέχεια, της στέρησαν κάτι στη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας. Η πικρία κατευθυνόταν κατά πρώτο λόγο στον πατέρα της με τον οποίο ενώ είχαν ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις, ποτέ δεν απέκτησαν μια αμοιβαιότητα παρόμοια με αυτή μεταξύ πατέρα και γιου. Κατά δεύτερο λόγο, ένιωθε απογοητευμένη από τους εραστές της με τους οποίους θεωρούσε ότι, παρόλο που βίωσε ταραχώδεις σχέσεις και ενθουσιασμό, δεν μοιράστηκε ποτέ τα σωστά συναισθήματα.

Κατάφερε να εκφράσει την απελπισία της ως προς το ότι απογοήτευσε τους γονείς της που δεν ήταν αγόρι και "δεν μπόρεσε ποτέ να διαμορφώσει μια κανονική σχέση πατέρα-γιου που θα αντιστάθμιζε τη σχέση με το νεκρό γιο". Δεν τόλμησε ποτέ να παρουσιάσει εραστές της στον πατέρα της επειδή ένιωθε ότι δεν θα τους συμπαθούσε και είχε συνείδηση της κριτικής στάσης του πατέρα της απέναντι σε όλους τους φίλους της. Μπόρεσε εν τέλει να μιλήσει για τη δυσκολία της να συνδυάσει τις θηλυκές και αρσενικές όψεις του εαυτού της.

Έβρισκε αυτή τη διάθεση της απογοήτευσης αφόρητη και κατά καιρούς με κατηγορούσε ότι με την ανάλυση κατέστρεψα την εύθυμη στάση της απέναντι στη ζωή. Παράλληλα με αυτήν την απογοήτευση υπήρχε μια αίσθηση αποξένωσης και απόστασης από καθετί γύρω της.

Παρόλο που εκείνο το διάστημα παρατήρησα μια λανθάνουσα αίσθηση κάθαρσης στην αφήγησή και την επικοινωνία της, μέσα μου εναλλάσσονταν μια συνολική αίσθηση αχρηστίας και απελπισίας ελπίδας με ένα είδος συνεχούς επιφυλακής και πραγματικής, βαθιάς ανησυχίας.

Δεν ήθελε να μάθει περισσότερα, δεν μπορούσε να εμπιστευθεί ούτε εμένα ούτε την αναλυτική διαδικασία και σκεφτόταν να σταματήσει.

 

Ο Dante προειδοποιεί ότι:

 

Per comprender puoi

che tutta morta

fia nostra conoscenza da quel punto,

che del futuro fia chiusa la porta.

 

Και ο G. Steiner (1971) σχολιάζει ότι "το κλείσιμο της πόρτας του μέλλοντος, σημαίνει παραίτηση από το φυσικό αξίωμα κάθε εξελικτικής διαδικασίας και όλη η γνώση είναι αδρανής". Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει τον θάνατο.

Θυμήθηκα ωστόσο την παρατήρηση του Winnicott ότι η άμυνα του "‘ψευδούς εαυτού’ πρέπει να υποχωρήσει μέσω μιας κατάρρευσης αν πρόκειται να εμφανιστεί η διαίσθηση". Νομίζω ότι αυτό ισχύει και όχι μόνο στην περίπτωσή της.

Παραπονιόταν για τα συμπτώματά της (νευρικότητα, απελπισία, μεγάλο άγχος, κατάθλιψη κτλ.) αλλά αρνούνταν οποιουδήποτε είδους ψυχιατρική βοήθεια και κυρίως τις ερμηνείες της μεταβίβασης.

Πληγωνόταν εύκολα από τους συναδέλφους της και κάθε συναισθηματική αντίδραση από σημαντικούς για αυτήν ανθρώπους (και ιδιαίτερα από εμένα) που δεν την ικανοποιούσε την ωθούσε στην οπισθοδρόμηση και στην άρνηση, σε αντιδραστική συμπεριφορά και συχνά σε επικίνδυνες μετατροπές των συναισθημάτων σε πράξεις (acting-in, acting-out).

 

Από τις σημειώσεις μου εκείνης της περιόδου (Οκτώβριος 2005) διαβάζω: η ασθενής παγιδεύεται σε επαναληπτικές ψυχαναγκαστικές πράξεις. Η μεταφορική επικοινωνία δεν είναι πλέον δυνατή, αναφέρεται στη σημασία των γεγονότων σαν μια μοναδική συγκεκριμένη πράξη. Η συνείδηση του παρόντος αποτελεί την πράξη και η συνείδηση του χρόνου και της ύπαρξης το πράττειν. Εν ολίγοις, η συνείδηση του εαυτού είναι η συνείδηση των εξωτερικών γεγονότων, πραγμάτων ή συμβάντων.

Νομίζω ότι οι άμεσες πράξεις αντί για τη λεκτικοποίηση αποτελούν συνήθως επικοινωνίες μεταβίβασης αλλά η μετάθεση των καθέξεων καθιστούσε τις ερμηνείες μεταβίβασης "απαραίτητες αλλά άχρηστες" (M. Bertolini).

Εδώ βρήκα πολύ σχετικό το σχόλιο της Lore Schacht: "μόνο η μη παρεμβατική παρουσία του αναλυτή είναι αυτή που επιτρέπει στον ασθενή να φτάσει βαθιά στον εαυτό του και να δώσει μεταφορική έκφραση στις πιο τρομακτικές του εμπειρίες και εσωτερικά αντικείμενα. Επειδή ο αναλυτής αντιλαμβάνεται και τις δικές του επικοινωνίες, γίνεται το κοινό του ασθενούς, εκείνος στον οποίο τα δημιουργήματά του τελευταίου απευθύνονται".

"Από αυτήν την άποψη, θα ήθελα να αναφέρω το ζήτημα των επιθυμιών του αναλυτή", της διάθεσης του "και την επίδρασή τους στην ταύτιση του ασθενούς".

Σκέφτηκα επίσης ότι οι μετατροπές των συναισθημάτων της σε πράξεις (acting-out, acting-in) θα μπορούσαν επίσης να έχουν την αμυντική λειτουργία της φυγής από την οπισθοδρόμηση (δια-ψυχική με εκμηδένιση του Εγώ) και την κατάθλιψη και την ανάγκη της για μένα ώστε να το αντέξει. Για πρώτη φορά άρχισε να ελαττώνει τον καταληπτικό της ύπνο και μου είπε ότι μόνο όταν ασχολείται με τις δουλειές της, μπορούσε να αποφύγει το αποτράβηγμα, την απομόνωσή της και τον πολυήμερο ύπνο.

Ένα Σαββατοκύριακο με πολύ κακό καιρό, αποφάσισε να επισκεφτεί τους γονείς της που ζούνε απομονωμένοι στο εξοχικό τους σπίτι. Την καλωσόρισαν θερμά, η μητέρα της της ετοίμασε ένα ζεστό αρωματικό μπάνιο το οποίο απήλαυσε βαθιά, ήταν κάτι "σαν μια αναγέννηση". Μετά το μπάνιο της, έμεινε προσκολλημένη στη μητέρα της "σαν ένα μικρό κορίτσι", βλέποντας τηλεόραση. Δεν είχε διάθεση για συζήτηση αλλά στο τέλος πήγε στον πατέρα της και είχε μια ευχάριστη κουβέντα μαζί του, όσο η μητέρα της μαγείρευε. Εντυπωσιάστηκα από την περιγραφή της και στον τρόπο με τον οποίο ανταποκρινόταν στις ανάγκες της για οπισθοδρόμηση και σε μερικές οιδιπόδειες φαντασιώσεις.

Προσκάλεσε τη μητέρα της στη Ρώμη για να περάσει λίγο χρόνο μαζί της. Η πρόσκληση έγινε δεκτή και στη διάρκεια αυτών των ημερών στη Ρώμη είχαν μακρές συζητήσεις, που σχεδόν απηχούσαν τις συζητήσεις μας. Η μητέρα της εν τέλει της είπε ότι είχε χάσει το παιδί της σε μια μάλλον τραγική στιγμή. Ο πεθερός της ήταν ετοιμοθάνατος και είχε φτάσει μετά από ένα μακρύ ταξίδι ακριβώς την κατάλληλη στιγμή για να τον δει για τελευταία φορά. Απέβαλε κατά τη διάρκεια της κηδείας και έπρεπε να ανακοινώσει στον άντρα της τα άσχημα νέα. Η Natalie επανέλαβε τα λόγια της μητέρας της ως εξής: "Αλλά ο μπαμπάς είχε υποσχεθεί στον αγαπημένο του πατέρα ότι το μωρό θα έπαιρνε το όνομά του. ήταν πραγματικά απαίσιο. Για τον πατέρα σου ήταν μια διπλή απώλεια".

Μετά από περιόδους κατάθλιψης που εναλλάσσονταν με καταρρεύσεις, οι γονείς της ζήτησαν καταφύγιο στην έντονη κοινωνική ζωή. Η σύλληψη της ίδιας έγινε εφτά χρόνια αργότερα. Ήταν απροσδόκητο αλλά δεν είχαν πάρει προφυλάξεις για να αποφύγουν μια εγκυμοσύνη. "Μέχρι τώρα δεν μπορούσαν να μιλήσουν για αυτό και δεν ανέφεραν ποτέ το χαμένο παιδί".

Τα αισθήματα πόνου και απώλειας ήταν προφανή. Ψιθύρισε "δεν μπορούσε να είμαι τελείως απούσα από τα πιο συγκινητικά σημεία της αφήγησης της μητέρας μου, αλλά η μητέρα μου δεν αντέχει μια κόρη που κλαίει… Είχα την αίσθηση επίσης ότι υπήρχε ένα υπόλειμμα προσωπικής μνήμης όταν η μητέρα μου περιέγραφε την εμπειρία της. Υπήρχε κάτι που έμοιαζε με μια θαμπή ηχώ".

Είπα ότι πιθανώς κάτι μέσα της αντηχούσε την αποβολή της μητέρας της.

Συνέχισε λέγοντας ότι όταν ήταν δεκαεννιά χρονών, σύντομα αφού είχε πάει να ζήσει μόνη της σε μια άλλη πόλη για να σπουδάσει και ενώ χώριζε με τον εραστή της, έμεινε έγκυος. Το μόνο σχόλιο της μητέρας της ήταν "έχεις διαλέξει καλό γιατρό;".

Η συγκινητική ανάμνηση αυτής της εμπειρίας στη συνεδρία, στο εδώ και το τώρα, τάραξε τόσο πολύ την ασθενή ώστε δεν μπορούσε πια να εκφράσει τα συναισθήματά της με λέξεις.

"Ψάχνω λεκτικά ανάλογα για κάτι πολύ μικρό. Δεν ψάχνω μια αποκάλυψη". Δεν θα ήθελα να το αποκαλέσω απλώς αντιμεταβίβαση, αλλά κι εγώ έψαχνα κάτι πολύ μικρό μέσα μου: ένα μωρό, ένα όνομα, μια λέξη, κάτι πολύ μικρό και χρήσιμο, πιθανώς ζωτικής ουσίας για τη διαδικασία της ανάλυσης. Ένιωσα ότι υπήρχε ένα αμοιβαίο στοίχειωμα μεταξύ της Natalie και του νεκρού παιδιού και με βρήκα να σκέφτομαι ότι "Η αληθινή της σχέση ήταν με μια απουσία". Κάθε γεγονός που αντιλαμβάνεται της φαίνεται συγχρόνως διπλό και απόν: αποτελεί μια επιστροφή σε ένα κενό (Hernandez-Giannakoulas 2003).

Η κατανόηση των περιορισμών και των επώδυνων εμπειριών της μητέρας της τη βοήθησε να απελευθερωθεί από το αδύνατο καθήκον της επανόρθωσης και της αποκατάστασης μιας απουσίας και να αποσυνδέσει σταδιακά την πρωτόγονη ψυχική της φαντασίωση από την παθογόνο προσκόλληση στη γονεϊκή πραγματικότητα, αλλά ταυτοχρόνως βρήκε τον εαυτό της εξαιρετικά εκτεθειμένο και απροστάτευτο απέναντι στις ίδιες της τις ανάγκες, στην ανάγκη της για ανάλυση και για εμένα.

Η οπισθοδρόμησή της έφτανε πραγματικά σε ένα αρχαϊκό στάδιο συναισθηματικής ζωής και λαχταρούσε αλλά και εξίσου αντιστεκόταν στην εξάρτηση της μεταβίβασης και την αναλυτική διαδικασία.

Όπως είναι γνωστό, είναι πάντα δύσκολο να αντιμετωπίσουμε την πραγματική ανάγκη του ασθενούς για οπισθοδρόμηση χωρίς να καταλήξουμε σε μια λατρεία της νηπιακής ηλικίας. Πολλά μέλη της "ανεξάρτητης" αγγλικής ψυχαναλυτικής σχολής θεώρησαν κρίσιμης σημασίας την κλινική περίπτωση μιας καλοήθους οπισθοδρόμησης "προς μια κατάσταση έλλειψης διαφοροποίησης μεταξύ εαυτού και αντικειμένου (Rayner, 1991). Μερικοί κλαϊνικοί αναλυτές αναφέρονται σε αυτήν την περίπτωση ως "ψυχωσική περιοχή" ή καταστάσεις έλλειψης ενσωμάτωσης (Winnicott), στις οποίες ανήκουν οι πιο αρχαϊκές όψεις του ψυχικού μετασχηματισμού κατά την ψυχαναλυτική διαδικασία: εδώ είναι ζωτικής σημασίας οι έννοιες του κρατήματος (holding) και της συμπερίληψης (containing).

Το κράτημα (holding)  σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει μια συνέχεια χώρου και χρόνου στο πλαίσιο των οποίων η οπισθοδρόμηση στην εξάρτηση μπορεί να θέσει εκ νέου σε κίνηση τη διαδικασία ωρίμανσης που έχει διακοπεί. Η M. Milner αναφέρεται επιπλέον σε ένα θεραπευτικό περιβάλλον που διευκολύνει τη "συνέχεια μεταξύ των πρώιμων σωματικών αναμνήσεων και των μεταγενέστερων εμπειριών".

Σε μια προηγούμενη εργασία (1991), υποστήριξα ότι σε μια κλασική θεραπευτική κατάσταση που ορίζεται από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, τη μεταβίβαση, την αντιμεταβίβαση και την ερμηνεία, ο αναλυτής μπορεί να διακινδυνεύσει, αργά αλλά με σιγουριά, να εμπιστευτεί τη δική του συνέχεια της ύπαρξης στην αβέβαιη μνήμη του ασθενούς με τον οποίο εν μέρει μοιράζεται τη ζωή του. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να αναδυθούν ο αυθορμητισμός και η αυθεντικότητα στο πλαίσιο της κλινικής συνάντησης.

Στο πλαίσιο της θεραπευτικής διαδικασίας, όπου ο ασθενής και ο αναλυτής όχι μόνο έρχονται αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλο αλλά και ο καθένας τον εαυτό του, με ένα βάθος που σπάνια προσεγγίζεται σε οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες, μπορούν να λάβουν χώρα αμοιβαίες εμπειρίες, στον βαθμό που προϋποθέτουν την αναγκαία διαδικασία ερμηνείας.

 

Το μυστήριο και το ενδιαφέρον της ερμηνείας έγκειται στην προσπάθεια να ανακαλυφθεί η σχέση με το παρελθόν και να επιτευχθεί η ανανεωτική του ανάκληση στο παρόν. Εν τέλει, η απόλυτη συγκεκριμενοποίηση των σχέσεων του παρόντος δεν μπορεί να αποτελέσει βασικό σημείο αναφοράς του ασθενούς, ούτε συνειδητά ούτε ασυνείδητα.

Ο P. King σημειώνει: "Συμφωνώ ότι πρέπει να αξιοποιείται οτιδήποτε είναι ενεργό στο παρόν, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι το α-ιστορικό παρόν περιέχει το παρελθόν το οποίο είναι ψυχικά ενεργό στο παρόν. Το εδώ-και-τώρα δεν συνίσταται μόνο από το τρέχον, το παρόν, αλλά και από ό,τι παραμένει ψυχικά ενεργό από το παρελθόν".

Η προσωπική συνάντηση με τον ασθενή συνεπάγεται την όσο το δυνατό μεγαλύτερη επισήμανση αρχαϊκών εμπειριών που συχνά υπερβαίνουν την αρθρωμένη γλώσσα και εκφράζονται από τις χειρονομίες, την έκφραση του προσώπου, τις κινήσεις του σώματος κτλ. ειδικά στην περίπτωση παιδιών, εφήβων και δύσκολων ασθενών. Η ικανότητα να εμπιστεύεται κανείς τον αυθορμητισμό και όχι τις εξηγήσεις (οι οποίες συχνά καθορίζονται από προκατασκευασμένες έννοιες) και τις δηλώσεις αφήνει περιθώριο για τη συμβολή του ασθενούς, πράγμα που είναι ζωτικής σημασίας.

Η Marion Milner σημειώνει: "Εν ολίγοις, το ουσιώδες στην εμπειρία είναι αυτό που προσθέτουμε σε αυτό που βλέπουμε. Χωρίς τη δική μας συνεισφορά, δεν βλέπουμε τίποτε".

 

 

[1]Κατάσταση που χαρακτηρίζεται τις περισσότερες φορές από απόλυτη υποχώρηση στον ύπνο… πολλοί άνθρωποι που πάσχουν από αυτήν την ασθένεια θεωρήθηκαν νεκροί κατά τη διάρκεια μεγάλων περιόδων κατατονικού ύπνου.

Free business joomla templates