ΑρχικήΨηφιακή ΒιβλιοθήκηΆρθραΆρθρα (Ελληνικά)Πολίτης, Αλέξης-"ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ"

Πολίτης, Αλέξης-"ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ"

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ

 

ΚΑΙ   ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ   ΤΩΝ   ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ

 

  Αλέξης Πολίτης

 

 

Στα 1871 τυπώθηκε στην Αθήνα ένα μικρού σχήματος βιβλιαράκι, Μελέτη επί του βίου των νεοτέρων Ελλήνων. Νεοελληνική μυθολογία. Τόμος Α΄, μέρος πρώτον, υπό Ν. Γ. Πολίτου. Τρία χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε και το δεύτερο μέρος· δεύτερος τόμος δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Στο βιβλίο ετούτο περιγράφονται ποικίλες παραδόσεις των αγροτικών κυρίως πληθυσμών,    δεισιδαιμονίες, πεποιθήσεις για τα φυσικά ή και για υπερφυσικά φαινόμενα: οι λάμιες, οι στρίγγλες, ο Χάρος, ο Κάτω κόσμος, οι καλικάντζαροι, οι Νεράιδες, άλλα στοιχειά – ό,τι τέλος πάντων πιστεύει ο ελληνικός λαός. Απογράφεται μ’ άλλα λόγια η νεοελληνική μυθολογία· ή πιο σωστά γίνεται με πρώτη, ελλιπής μάλιστα απογραφή, επειδή, όπως είπαμε, το βιβλιαράκι δεν ολοκληρώθηκε.

            Παρόμοια συνθετική προσπάθεια δεν ξαναεπιχειρήθηκε ώς τις μέρες-μας. Επί μέρους μελέτες για τον Χάρο, για τις νεράιδες ή για τους βρικόλακες έχουμε, βέβαια· καταγραφές τοπικών παραδόσεων επίσης – και πολυάριθμες. Αλλά κανείς δεν δοκίμασε να περιγράψει τον συνολικό κόσμο της φαντασίας του ελληνικού λαού, ή έστω μιας στενότερης περιοχής, της Κρήτης, της Μάνης· ίσως επειδή είναι πολύ κοπιώδης και περίπλοκη υπόθεση, ίσως επειδή ο κόσμος της φαντασίας, ακόμα κι ενός ανθρώπου, δύσκολα καταγράφεται – είναι αρκετά χαοτικός κι απέραντος στην κυριολεξία. Όλες αυτές οι ποικίλες πεποιθήσεις άλλωστε δεν είναι ούτε σταθερές ούτε καν ομοιότροπες – ο ίδιος άνθρωπος που τη μια στιγμή πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή, την άλλη μοιρολογεί τον νεκρό-του με τραγούδια που αρνούνται την ανάσταση, και πιστεύει ταυτόχρονα στους βρικόλακες που η χριστιανική θρησκεία δεν παραδέχεται την ύπαρξή-τους, όπως πιστεύει και στον Κάτω κόσμο των παραμυθιών, όπου και ζωή υπάρχει, όπως και δρόμος για τον Απάνω κόσμο. Πρόκειται βέβαια για αντιλήψεις που προφανώς γεννήθηκαν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους· η συμβίωση όμως τεσσάρων αλληλοσυγκρουόμενων μεταξύ-τους πεποιθήσεων φαίνεται παράδοξη. Προσωπικά πιστεύω ότι ο μηχανισμός  που τους επιτρέπει να συνυπάρχουν στο ανθρώπινο μυαλό είναι ότι καθεμία εκφράζεται σε διαφορετικό κώδικα: έμμετρος λόγος, έντεχνη αλλά πεζή αφήγηση, προφορική μυθολογία, τελετουργίες· έτσι άλλος είναι κόσμος ο κόσμος των τραγουδιών, άλλος των παραμυθιών, άλλος των παραδόσεων, άλλος της θεϊκής πίστης – ακριβώς όπως εύκολα αποδεχόμαστε μιαν απίθανη ιστορία όταν πρόκειται για όπερα ή για μπαλέτο, θα μας φαινόταν ωστόσο αταίριαστη και απαράδεκτη σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα[1].

            Οπωσδήποτε μπορεί να συνθέσει κανείς ένα μοντέλο, ένα νοητό σχήμα, το οποίο δεν είναι ανάγκη να έχει καθολική εφαρμογή, και να προχωρήσει σε μια αναλυτική παρουσίαση είτε των πίστεων του ελληνικού λαού είτε ενός μερικότερου θέματος. Το έχει κάνει για ένα τέτοιο θέμα, και μόνο για τα δημοτικά τραγούδια ένας γάλλος μελετητής, ο Γκυ Σωνιέ, που έγραψε ένα βιβλίο, σπουδαίο κατά την άποψή-μου: "‘‘Αδικία’’. Το Κακό και το Άδικο στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια"[2]. Και το υλικό για να κατανοήσουμε, εν μέρει τουλάχιστον, τί δηλοί και με ποιους τρόπους εκφράζεται η πίστη σε κάποια υπερφυσικά όντα, αγαθοποιά ή κακοποιά –νεράιδες, καλικάτζαροι, στρίγγλες, κλπ.– υπάρχει, όποιος θέλει λοιπόν μπορεί να δοκιμάσει να εισχωρήσει στη νεοελληνική μυθολογία, ακριβώς όπως μπορεί να το κάνει και για την αρχαία μυθολογία. Εννοείται ότι για να έχει η εργασία αυτή την ιδεατή πληρότητα, θα πρέπει να περιλάβει και τις θρησκευτικής προέλευσης πρακτικές· βάφτιση, γάμο, κηδείες, εκκλησιαστικές λειτουργίες, και τα παρόμοια.

Δεν θέλω όμως να επικεντρώσω σ’ αυτούς τους χώρους το ενδιαφέρον-μου. Γιατι πέρα από την αγροτική, ας την πούμε έτσι, μυθολογία, που εκφράζεται με παραδοσιακούς τρόπους, δηλαδή προφορικά, και βέβαια χάνεται μέρα με τη μέρα, υπάρχει και μια αστική μυθολογία του γραπτού πολιτισμού, πολύ πιο πρόσφατη. Πρόκειται για ιστορικούς μύθους· το Κρυφό σχολειό, ο χορός του Ζαλόγγου, οι κλέφτες της τουρκοκρατίας –εννοώ τον μύθο των αγαθών κλεφτών, τύπου Ρομπέν των Δασών–, η Μεγάλη Ιδέα –κι εδώ εννοώ την υποτιθέμενη πεντακοσιόχρονη ύπαρξή-της, από το 1453–, ή άλλους, μικρότερης σημασίας ή λιγότερο διαδεδομένους, όπως λόγου χάρη ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί κατοίκησαν τις ορεινές περιοχές επειδή οι Τούρκοι κατεδίωξαν τους χριστιανούς προς τους άγονους τόπους, ή ότι η αγροτική - αντιφορολογική  εξέγερση του Διονύσιου Σκυλόσοφου στις αρχές του 17ου αιώνα είχε εθνικο-απελευθερωτικό στόχο, ή ότι ο Καρυωτάκης ήταν ένας αριστερά προσανατολισμένος ποιητής, ή ακόμα και πολύ μικρούς, οικογενειακούς μύθους. Όταν λόγου χάρη ένας κύριος Ομέρογλου από την Καππαδοκία μεταναστεύει στη Σμύρνη και αλλάζει το όνομά-του σε Ομηρόλης αρχικά, σε Ομηρίδης κατόπιν, δημιουργεί έναν μικρό προσωπικό μύθο· το ίδιο κάνει ένας οποιοσδήποτε Καλλέργης, ή Γαβαλάς, ή Λίτινας, ή Βλαστός, όταν δηλώνει με υπερηφάνεια πως κατάγεται, πάππου προς πάππου, από τους βυζαντινούς άρχοντες που εξορίστηκαν κάποτε στην Κρήτη –ξεχνώντας πως πολύ συχνά οι επιστάτες των κτημάτων ονομάζονταν από τους συγχωριανούς-τους με το όνομα του άρχοντα–, ή το πιο απλό και αθώο, ένας κάποιος Βακαλόπουλος ή Βογιατζίδης, που άλλαξε το αρχικό μπ σε βήτα, ώστε να αποσυνδεθεί από το μπακάλικο του παππού-του ή τον μπογιατζή πατέρα-του.

            Προτού προχωρήσουμε θα πρέπει να προλάβω την πιθανή ένστασή-σας: καλά, άλλο το ψέμα, η συνειδητή αλλαγή του ονόματος ή ό,τι άλλο, κι άλλο ο μύθος που καλοπροαίρετα, δίχως καμία διάθεση να εξαπατήσουμε, τον πιστεύουμε λίγο ή πολύ. Ίσως αν αναζητήσουμε την αρχική γένεση κάθε μυθοπλασίας, να διαπιστώσουμε πως κάποιες έχουν τη ρίζα-τους σε πονηρές κατασκευές – η σύνταξη του Αγαθάγγελου προφανώς οφείλεται σε κάποιο επιτελείο της ρωσικής  προπαγάνδας στα χρόνια των διαδόχων του Μεγάλου Πέτρου: ένα κείμενο προφητικό, κρυπτικό στο νόημά-του, που άρχισε να διαδίδεται στον ελληνικό χώρο λίγο μετά τα 1750, στην αρχή με χειρόγραφα, από το τέλος του 18ου αιώνα και τυπωμένο. Ποιο ακριβώς ήταν το νόημα του κειμένου δεν είναι σαφές, τουλάχιστον για εμένα· αλλά αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως πολύ γρήγορα το κείμενο αυτονομήθηκε. Στα 1791 το τυπώνει ο Ρήγας ο Βελεστινλής, δηλαδή ένας οπαδός του Διαφωτισμού, του καθαρού λογισμού και της επαναστατικής δράσης· θα σκέφτηκε προφανώς ότι άλλοι πείθονται να εξεγερθούν με τη λογική κι άλλοι χρειάζονται πιο θολά αλλά και πιο βαθιά κίνητρα. Το προφητικό αυτό βιβλιαράκι συνέχισε τον δρόμο-του και τυπωνόταν σ’ όλον τον 19ο αιώνα· στην εξέγερση του Λιτόχωρου στον Όλυμπο του 1878 ένας από τους αρχηγούς το κουβαλούσε πάντα μαζί-του. Πολύ αργότερα, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής κάποιος άλλος γύρναγε στα διάφορα σπίτια στη Δράμα και προέβλεπε την ήττα του Άξονα, διαβάζοντας κι ερμηνεύοντας μια έκδοση του Αγαθάγγελου· έτσι κέρδιζε το φτωχικό-του μεσημεριανό ο καημένος. Περνώντας από το σπίτι ενός φίλου-μου, που τότε ήταν μαθητής στην πρώτη γυμνασίου ή κάτι τέτοιο, ο νεαρός πήρε τον Αγαθάγγελο στα χέρια και παρατήρησε πως πουθενά το βιβλίο δεν έγραφε τίποτα σχετικά με τους Γερμανούς ή την Κατοχή. "Δεν μπορείτε να τα καταλάβετε εσείς οι γραμματισμένοι, αυτά" ήταν η απάντηση, "είναι πράγματα θεοτικά, του Θεού, δεν σας τα μαθαίνουν στο σχολείο". Ίσως ο ίδιος να ήξερε ότι κορόιδευε, οι ακροατές-του όμως όχι – ή το ήξεραν, μα τους βόλευε να το πιστεύουν[3]. Πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται πως όσα αφηγούνται για τους δράκους, τους καλικαντζάρους, τις εικόνες που δακρύζουν ή τους ιπτάμενους δίσκους, είναι απολύτως πραγματικά, ορισμένοι μάλιστα τα έχουν κιόλας δει, ή έστω, ακούσει· σε ποιο βαθμό πρόκειται για ψεύδος, σε ποιο για αυθυποβολή, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς – όταν μάλιστα είναι φιλόλογος και ιστορικός, δεν το επιχειρεί καν, καθώς από την οπτική γωνία του ιστορικού δεν μας ενδιαφέρει τόσο ο ατομικός πομπός όσο ο κοινωνικός δέκτης.

Λίγο πριν τα 1840 ο Κολοκοτρώνης διηγιόταν πως όταν στα 1792, ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου, νικημένος μαζί με τον Λάμπρο Κατσώνη, αναγκάστηκε να διασχίσει την Πελοπόννησο για να σωθεί, "τον εσυντρόφευσα έως εις την Κόρινθο" – από τη Μάνη που βρισκόταν ο Αντρούτσος. Αλήθεια, ψέμα, ή μύθος; Η θεά Τύχη θέλησε να μας αφήσει αρκετά στοιχεία για να φανταστούμε το πλάσιμο και τα επάλληλα μεταπλάσματα αυτής της ιστορίας. Δυο ελληνικής καταγωγής πράκτορες της Γαλλίας αναζητούσαν το 1798 ποιες πιθανότητες υπήρχαν να βρει ερείσματα και στη Μάνη η επίθεση του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο· έστειλαν, όπως συχνά συμβαίνει, φουσκωμένες αναφορές στο Παρίσι, που τις αγνόησε – παράλληλα όμως έγραψαν κι ένα περιηγητικό κείμενο που κέρδισε κάποια φήμη. Εκεί, προκειμένου να καταδείξουν την ελληνική ανδρεία, περιέγραψαν και τη διαφυγή του Αντρούτσου, που σαν του Μύριους του Ξενοφώντα κατόρθωσε να περάσει δια πυρός και σιδήρου και να φτάσει στους γενέθλιους τόπους. Φυσικά αυτήν την ιστορία μπορεί να μην την έβγαλαν από το κεφάλι-τους οι πράκτορες, οι χωρικοί είναι πάντα έτοιμοι ν’ αφηγηθούν υπερβολές, ιδίως όταν βλέπουν τους μορφωμένους ακροατές-τους τόσο πρόθυμους να τις χάψουν. Το βέβαιο είναι ότι οι αφηγήσεις αυτές κυκλοφόρησαν στην Ευρώπη το 1800, οι φιλέλληνες ενθουσιάστηκαν, οι Έλληνες επίσης. Καινούριες αφηγήσεις προέκυψαν, κάποιοι ντόπιοι φαντάστηκαν ότι ο δικός-τους καπετάνιος, ο περίφημος Ζαχαριάς, ήταν εκείνος που βοήθησε τον Αντρούτσο να διαφύγει, και ο καθένας ήθελε να προσθέσει τις δικές-του λεπτομέρειες· άλλος για καταπληκτικές μάχες, άλλος για το πώς ο Αντρούτσος έφτασε ώς το Αίγιο, απ’ όπου μπάρκαρε σε βάρκες για τη Ρούμελη – ε, κι ο Κολοκοτρώνης προτίμησε να τον διασώσει μέσω του Ισθμού της Κορίνθου, που θα του φάνηκε πιο ταιριαστό δρομολόγιο.

            Ώσπου ένας καλοκάγαθος και φιλέρευνος ερασιτέχνης ανακάλυψε στα βενετικά αρχεία τις ανακρίσεις των επτανησιακών αρχών: ο Αντρούτσος δεν είχε βάλει το πόδι-του, καν, στον Μοριά· μετά την καταστροφή στη Μάνη βρήκε ένα μικρό καΐκι, και γύρω-γύρω από τη θάλασσα έφτασε έως την Ιθάκη όπου τον συνέλαβε η βενετσιάνικη εξουσία, τον ανέκρινε, και τελικά τον παρέδωσε στους Τούρκους. Αυτά τα μάθαμε μόλις στα 1959[4]. 

Ποιος έφτιαξε τον μύθο από το ψέμα; Ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά, κανένας δικός-του, κανένας τρίτος; Το ζήτημα είναι ότι η νεοελληνική κοινωνία τον πίστευε για εκατόν δέκα χρόνια ως ατράνταχτη αλήθεια –για να μην πω πως τον πιστεύει ακόμα– τον δίδαξε στα σχολεία για να παραδειγματιστούν οι νέοι, όπως και τόσους άλλους. Αλλά γιατί έπιασε ο μύθος; Επειδή βέβαια τον είπαν οι Κολοκοτρωναίοι, είτε κάποιοι απόγονοι του Ζαχαριά – αν τον έλεγε ο δικός-μου ο παππούς για τον εαυτό-του, ή ο δικός-σας, το ψέμα θα γύριζε πάνω-του, όπως κάθε κάλπικος παράς.

            Το γνήσιο λοιπόν του μύθου, του όποιου μύθου, το δημιουργεί η αποδοχή. Αυτονόητα πράγματα, φυσικά· η δουλειά του ιστορικού είναι να αναλύσει σε όσο γίνεται μικρότερες ενότητες τα στοιχεία που προκαλούν, διευκολύνουν και πολλαπλασιάζουν την αποδοχή. Κι από εκεί αρχίζει η δουλειά του – να πω φιλόσοφου, να πω ψυχαναλυτή; ας πω καλύτερα του κάθε λογικού ανθρώπου που θέλει να καταλάβει γιατί το άλφα ψέμα ρίζωσε κι έγινε μύθος, το βήτα ξεχάστηκε ή θάμπωσε με τον καιρό, ή πάλι αντικαταστάθηκε από έναν διαφορετικό μύθο. Ναι, η συνολική παγκόσμια ιστορία είναι ένας τεράστιος πίνακας κατάσπαρτος με μικρότερες ή μεγαλύτερες μυθοπλασίες κάθε είδους, άλλες σταθερές κι άλλες εναλλασσόμενες διαρκώς, και πως η δουλειά των ιστορικών δεν είναι παρά η προσπάθεια κατανόησης του πώς και του γιατί – φυσικά επιμερισμένη σε περιοχές και περιόδους.

 

Έως τώρα αναφέρθηκα σε μύθους που σχετίζονται με την εθνική υπεροχή της φυλής, ή που αναδεικνύουν την αδιάσπαστη συνέχειά-της από μια εποχή η οποία έχει υψηλή αξιοδότηση από την παγκόσμια κοινότητα, δηλαδή την κλασική αρχαιότητα ώς τις μέρες-μας. Ο 19ος  και ο 20ός αιώνας στάθηκαν παραγωγικοί σε τέτοιους μύθους, και φυσικά δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί: ξεκινώντας την αυτόνομη κρατική-του υπόσταση στα 1830, ο ελληνισμός βρέθηκε σε πολύ δύσκολη, αντικειμενικά, θέση: στενά εθνικά όρια που έφταναν μόλις ώς τη Λαμία στα βόρεια και την Αμοργό στα ανατολικά, επικίνδυνοι αντίπαλοι εθνικισμοί, τούρκικος, αλβανικός, βουλγάρικος, αυτός κυρίως, κοινωνική και οικονομική οργάνωση πολύ χαμηλή σε σχέση με τα πρότυπα της Ευρώπης, με γλωσσικές ομάδες που διόλου δεν αποδείκνυαν την εθνική συνέχεια –αλβανόφωνοι μέσα κι έξω από τα σύνορα, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι στο βορρά, τουρκόφωνοι στη Μικρασία–, έβλεπε ταυτόχρονα το κυριότερό-του όπλο, την ένδοξη εθνική καταγωγή να αμφισβητείται έντονα. Οι εθνικές εξεγέρσεις αποτύχαιναν, η απόσταση από το ευρωπαϊκό πρότυπο έμοιαζε πότε-πότε να μεγαλώνει, η Αγγλία και η Γαλλία αντί να πιέζουν τους Τούρκους τους ενίσχυσαν, οι Ρώσοι μας εγκατέλειψαν και προτίμησαν τους Βούλγαρους. Ε, τους εκδικηθήκαμε όλους αυτούς, ή μάλλον εκδικηθήκαμε την αντικειμενική πραγματικότητα, φτιάχνοντας μιαν απείρως ωραιότερη, υποκειμενική όμως, δηλαδή ελληνοκεντρική.

            Καθόλου δεν φαντάζομαι ότι αυτή η τάση μυθοποίησης της πραγματικότητας χαρακτηρίζει εμάς τους Έλληνες και όχι τους Άγγλους, τους Γάλλους, τους Βούλγαρους ή τους Κινέζους· απλώς μονάχα την ελληνική περίπτωση γνωρίζω, και μου χρησιμεύει ως παράδειγμα για την ανθρώπινη κοινωνία, ώστε να συλλάβω και να εννοήσω ετούτη τη διαρκή πάλη ανάμεσα στην πανανθρώπινη ανάγκη για αντισταθμιστικούς μηχανισμούς και την αποδοχή της πραγματικότητας. Δεν ξέρω αν έχω δίκιο, αλλά στα μάτια-μου αυτή η πάλη προκύπτει από τη σύγκρουση του υποκειμένου, του εγώ, με τα αντικείμενα, τα πράγματα. Το "εγώ" βέβαια το εννοώ στην ευρύτητά-του – από το άτομο στην οικογένεια, την ομάδα, το έθνος, τη θρησκεία: το δικό-μας και το ξένο.

 

Ίσως η στάση που κρατάμε εμείς οι Νεοέλληνες απέναντι στο εκφραστικό-μας όργανο, τη γλώσσα, να καθρεφτίζει καθαρότερα από καθετί  τις εθνικές-μας φαντασιώσεις υπεροχής και την υπολανθάνουσα φοβία που μας δημιουργεί το ξένο. Δεν αναφέρομαι στην απλοϊκή πίστη πως η γλώσσα-μας διαθέτει έμφυτες αρετές –πλαστικότητα, εκφραστικότητα, πλούτο, κλπ.–, επειδή τέτοιου είδους ιδέες, αν και ολότελα εγωιστικές (με την έννοια που δώσαμε στο εγώ, της υποκειμενικότητας δηλαδή), είναι λίγο-πολύ αναμενόμενες σε κάθε γλωσσικό σύνολο: απλώς όλοι αποδίδουν στο εθνικό-τους ιδίωμα τις ιδιότητες της κάθε γλώσσας.

            Όμως εμείς οι Νεοέλληνες κρατάμε μια εξαιρετικά ιδιότυπη σχέση με τη γλώσσα, που πολύ θα μ’ ενδιέφερε να μάθω αν έχει επιχειρηθεί να αναλυθεί και ψυχαναλυτικά: τη σεβόμαστε και την τιμούμε υπέρμετρα, περηφανευόμαστε ιδιαίτερα για την αρχαιότητά-της, τη θεωρούμε κάτι σαν κιβωτό που διέσωσε το "είναι-μας", την ελληνικότητά-της. Μ’ άλλα λόγια αντιστρέφουμε την πραγματικότητα –επειδή οι πληθυσμοί διασώζουν και αναπαράγουν μια γλώσσα– όμως η αντιστροφή της πραγματικότητας ακριβώς δεν είναι ένας από τους ορισμούς της ιδεολογίας;

 

"Αυτά που λέτε δεν είναι ελληνικά", έλεγε ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης –δηλαδή ένας κατεξοχήν πραγματιστής άνθρωπος– στον νεαρό τότε Κ. Θ. Δημαρά. –"Και εγώ που τα λέω, τί είμαι κύριε Τριανταφυλλίδη;", απαντούσε ο τελευταίος. Λίγο να ψάξουμε στη μνήμη-μας, λίγο ν’ ανασκαλέψουμε τις εμπειρίες-μας θα βεβαιωθούμε πως κοινωνικά και ιστορικά το δίκιο ήταν με το μέρος του Τριανταφυλλίδη – εννοώ πως οι περισσότεροι συμπατριώτες-μας και τότε –ας πούμε αρχόμενη δεκαετία του 1920– και τώρα, και παλιότερα, θα συμφωνούσαν μαζί-του. Το επίθετο "ανελλήνιστος" πολλοί το χρησιμοποιούν ακόμα αντί του αγράμματος, και δεν είναι δυστυχώς καθόλου λίγοι εκείνοι που πιστεύουν με τα σωστά-τους πως αν τα παιδιά-μας μάθουν να αντικαθιστούν σε όλες τις εγκλίσεις το δεύτερο ενικό ενός ρήματος, ή μάθουν μερικούς ακόμα αόριστους δεύτερους και υπεσυντέλικους ανωμάλων ρημάτων, θα αποκτήσουν περισσότερες εκφραστικές ικανότητες. Αλλά κι ανάμεσα σ’ εκείνους που –με το δίκιο-τους, θαρρώ– κοροϊδεύουν ετούτες τις αστόχαστες ακρότητες, δεν είναι μετρημένοι στα δάχτυλα όσοι πιστεύουν πως και το μονοτονικό, αλλά και κάθε ορθογραφική απλοποίηση "καταστρέφει κι άλλο τη γλώσσα".

            Ότι άλλο οι εκφραστικές δυνατότητες ενός ατόμου κι άλλο ο τρόπος σήμανσης των φωνημάτων στο χαρτί, ότι τα σωστό και το λάθος το ορίζει απλώς η συνήθεια, ότι η γνώση του αρχαίου τυπικού διόλου δεν μας διευκολύνει στη χρήση του προφορικού ή του γραπτού λόγου, ετούτα όλα δεν είναι θέμα ούτε των φιλολόγων-ιστορικών ούτε βέβαια των ψυχαναλυτών, παρά των γλωσσολόγων, οι οποίοι έχουν διατυπώσει οριστικές απαντήσεις – τουλάχιστον οι σώφρονες. Αλλά εμείς, εννοώ πολλοί από εμάς, και μάλιστα άνθρωποι που κατέχουν καίριες διευθυντικές θέσεις στο πολιτικό και εκπαιδευτικό στερέωμα, και που μερικοί-τους είναι και κομμάτι λογικοί στα υπόλοιπα, επιμένουμε.

            Η απάντηση βέβαια βρίσκεται στην ιδεολογία, ή απλώς στην ψευδή συνείδηση. Θέλουμε, δηλαδή, να παίζει ρόλο η γλώσσα, και το θέλουμε γιατι πιστεύουμε πως εδώ εμείς οι φτωχοί και άδικα περιθωριοποιημένοι Νεοέλληνες υπερτερούμε – "τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική". Θεωρούμε ότι η τρισχιλιετής παρουσία της ελληνικής αποτελεί προσόν, ένδειξη ανωτερότητας, κι αποκρύβουμε συστηματικά ότι ένα μεγάλο ποσοστό από τους σημερινούς ελληνόφωνους εκφραζόταν έως πριν δυο-τρεις γενιές σε κάποια άλλη γλώσσα (βλάχικα, αρβανίτικα, βουλγάρικα, τούρκικα), αποκρύβουμε το ίδιο συστηματικά ότι το ιστορικό βάρος που απέκτησαν τα ελληνικά στον αρχαίο και τον μεσαιωνικό κόσμο –και στα Βαλκάνια έως τα 1850 περίπου– στάθηκαν τελικά μια τροχοπέδη για γενεές γενεών – εβδομήντα και πλέον γενιές δεν διδάχθηκαν τη μητρική-τους γλώσσα όταν πήγαιναν σχολείο, παρά μια τεχνητή, με την οποία ελάχιστοι κατόρθωσαν να εκφραστούν ικανοποιητικά. Ξεχνάμε θεληματικά ότι μπορεί να μας ενοχλούν οι μεταφράσεις του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, ακριβώς όπως εκατό χρόνια πριν ενοχλούσαν οι μεταφράσεις του Ευριπίδη και του Ομήρου, αλλά πως δεν υπάρχει Γάλλος δεκαοχτώ χρονών που να συναντά γλωσσικές δυσκολίες στην ανάγνωση του Μπαλζάκ ή του Σταντάλ. Ξεχνάμε επίσης ότι η απίστευτη πολυτυπία που μας κληροδότησε αυτή η περίπλοκη γλωσσική-μας ιστορία –μπορούμε να λέμε και "του Όμηρου" και "του Ομήρου", και "απόκτησαν" και "απέκτησαν", σωστά και τα δύο– δεν συνιστά πλούτο της γλώσσας παρά περιπλοκή, δυσκολίες στην εκμάθηση, λοιπόν και στην έκφραση.

            Ναι, όπως ξεχνάμε ότι οι χρήστες της δημοτικής θεωρούσαν ξύλινη και ξενότροπη την καθαρεύουσα, και οι υποστηριχτές της τελευταίας χυδαία και γεμάτη ξενικούς όρους τη δημοτική – όμως και οι πρώτοι και οι δεύτεροι προχωρούσαν σ’ ένα βήμα αφαίρεσης και έφταναν στην ενιαία "ελληνική" με την αδιάσπαστη συνέχεια και με τη συνακόλουθη φαντασίωση της εθνικής υπεροχής. Το ότι το βήμα αυτό της αφαίρεσης δεν σημαίνει τίποτ’ άλλο παρά την αφαίρεση της πραγματικότητας δεν φαίνεται να μας απασχόλησε.

 

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

Αλέξης Πολίτης

 

Π Ε Ρ Ι Λ Η Ψ Η

 

Η "Νεοελληνική μυθολογία" του λαϊκού, ή ορθότερα ίσως του αγροτικού πολιτισμού των χρόνων της Τουρκοκρατίας, δεν έχει αποτελέσει έως σήμερα αντικείμενο μιας συστηματικής και συνολικής παρουσίασης· σε κάποιο βαθμό όμως έχει καταγραφεί ένα σημαντικό μέρος-της σε πολλές επιμέρους μελέτες. Η δική-μου παρέμβαση θα επικεντρώσει όμως αλλού το ενδιαφέρον-της, σε πιο σύγχρονες "μυθολογίες", που έχουν να κάνουν κυρίως με τη συγκρότηση της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης και της γενικότερης αυτοσυνείδησης των Νεοελλήνων.

            Προσπερνώντας κάποια θέματα που είναι περισσότερο ή λιγότερο γνωστά (όπως οι μύθοι του Κρυφού Σχολειού, της πεντακοσιόχρονης, δήθεν, ζωής της Μεγάλης Ιδέας, του χορού του Ζαλόγγου, που με έχουν απασχολήσει, όπως και άλλους, σε παλαιότερες μελέτες), επισημαίνω κάποιες μυθοποιήσεις μικρότερης σημασίας (την ελληνοποίηση των ονομάτων, κάποιες λιγότερο γνωστές ιστορίες, όπως η υποτιθέμενη διαφυγή του πατρός Ανδρούτσου δια μέσου της Πελοποννήσου το 1792) και προσπαθώ να εντοπίσω τους κοινωνικούς λόγους που μεταμορφώνουν ένα ατομικό ψεύδος σε συλλογικό μύθο. Το τελικό-μου παράδειγμα είναι κάποιες μυθοποιήσεις σχετικές με τη γλώσσα.

 

 

[1] Τις απόψεις αυτές τις έχω αναλυτικότερα υποστηρίξει στο άρθρο-μου "Τα επάλληλα πολιτισμικά στρώματα", Το μυθολογικό κενό, Αθήνα 2000, 84-92.

[2] Guy Saunier, Adikia. Le mal et l’injustice dans la pensée

[3] Η πληροφορία από τον φιλόλογο και παλαιογράφο Βασίλη Άτσαλο. Για τις σχέσεις του συντάκτη του Αγαθάγγελου με τους προπαγανδιστές του Μεγάλου Πέτρου βλ. Ν. Γ. Σβορώνος, "Η ελληνική παροικία της Μινόρκας", Mélanges Octave et Melpo Merlier, ΙΙ, Αθήνα 1956, 331-333· για την έκδοση του Ρήγα βλ. Φίλιππος Ηλιού, Προσθήκες στην Ελληνική Βιβλιογραφία, Α΄, Αθήνα 1973, 311-313.

[4] Μια συνοπτική παρουσίαση των εκδοχών βλ. στο άρθρο-μου "Καταγραφές προφορικής ιστορίας, 1824. (κεφτες και αρματολοί)", Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Η Επανάσταση του 1821. Μελέτες στη Μνήμη της Δέσποινας Κατηφόρη, Αθήνα 1994, 49-51.

  

Free business joomla templates