ΑρχικήΨηφιακή ΒιβλιοθήκηΆρθραΆρθρα (Ελληνικά)Owen Renik-"O "ΘΑΝΑΤΟΣ" κατά Freud"

Owen Renik-"O "ΘΑΝΑΤΟΣ" κατά Freud"

  O  "ΘΑΝΑΤΟΣ" κατά Freud

 

Owen Renik

 

O Freud

 εκτός από μελετητής των μύθων, ήταν ο ίδιος, ένας ικανός μυθοπλάστης. Γνωρίζουμε ότι είχε συνείδηση της επινοητικής αυτής, δημιουργικής ροπής του χαρακτήρα του και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να την ισορροπήσει με αυστηρό εμπειρισμό: επέτρεπε στον εαυτό του σπουδαίες θεωρητικές διατυπώσεις, αλλά παρέμενε επίσης απόλυτα έτοιμος να τις παραμερίσει, εάν δεν επιβεβαιώνονταν από τις κλινικές του παρατηρήσεις.    

 

Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα της προθυμίας του Freud

 να θέτει κατά μέρος μια καθιερωμένη ψυχαναλυτική πρόταση, όταν ένοιωθε ότι ερχόταν σε σύγκρουση με νέα στοιχεία ήταν η εκπληκτική απομάκρυνσή του από την προηγούμενη θεωρία του των ενορμήσεων, που παρουσίασε το 1920, όταν δημοσίευσε το "Πέρα από την Αρχή της Ηδονής".

Σε αυτό το ριζοσπαστικό δοκίμιο ο Freud

 απέρριψε την από μακρού υφιστάμενη ιδέα του, ότι τα όνειρα και τα συμπτώματα προκύπτουν ως εκπληρώσεις επιθυμιών και παράγονται κατά την επιδίωξη της ηδονής και την αποφυγή της δυσαρέσκειας. Υποστήριξε αντί γι’ αυτό ότι οι παράγοντες της ηδονής και της δυσαρέσκειας είναι δευτερογενείς λειτουργίες, που συνδέονται εκ των υστέρων με τα ψυχικά φαινόμενα, τα οποία υπακούουν σε πιο θεμελιώδεις ενορμήσεις, συμπεριλαμβανομένου του καταναγκασμού της επανάληψης που βρίσκεται στην υπηρεσία του "Θανάτου", μιας ενόρμησης αναζήτησης της νιρβάνα της ομοιόστασης, συνεπώς μιας ενόρμησης θανάτου.              

 

 

Αυτή η δραματική αναθεώρηση της θεωρίας των ενορμήσεων του Freud ήταν κάτι περισσότερο από μια διανοητική απομάκρυνση. Η έννοια της ενόρμησης θανάτου είχε αποφασιστικές κλινικές επιπτώσεις. Είχε και συνεχίζει να έχει αποφασιστική επίδραση (ίσως πιο εμφανή στην Κλαϊνική ομάδα, αλλά και μεταξύ των ψυχαναλυτών όλων των θεωρητικών προσανατολισμών) στον τρόπο που οι θεραπευτές αναλυτές κατανοούν και αντιμετωπίζουν την επιθετικότητα των ασθενών τους.    

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση στην παράνοια, στην κατάθλιψη και στα σαδομαζοχιστικά φαινόμενα, τροποποιήθηκε πλήρως από αυτά που διατύπωσε ο Freud

στο δοκίμιό του το 1920.

Μέχρι τότε η επιθετικότητα γινόταν αντιληπτή ως μια διαμεσολαβητική ικανότητα, που ενεργοποιούνταν στην υπηρεσία της αρχής της ηδονής–δυσαρέσκειας – ένα ρεπερτόριο συμπεριφορών που χρησιμοποιείται για να εξαλείφει τα εμπόδια για την ηδονή ή τις πηγές της δυσαρέσκειας.

Αλλά θέτοντας ως δεδομένο το "θάνατο", μια ενόρμηση θανάτου, ο Freud

 κατηύθυνε τους αναλυτές να αντιλαμβάνονται την επιθετικότητα ως μια καθαυτή ενόρμηση. Η ψυχική σύγκρουση δεν γινόταν πλέον αντιληπτή, ουσιαστικά ως συναγωνισμός μεταξύ των κινήτρων που παράγονται στα πλαίσια της επιδίωξης της ηδονής και της αποφυγής της δυσαρέσκειας. Η ψυχική σύγκρουση έφθασε να εξετάζεται ως προερχόμενη από έναν θεμελιώδη ανταγωνισμό: ανάμεσα στον Έρωτα και το Θάνατο, την ενόρμηση της ζωής και την ενόρμηση του θανάτου, τη libido και την επιθετικότητα.

Ποιά ήταν τα ευρήματα που παρακίνησαν τον Freud

να αφήσει πίσω του την αρχική, εμπειρική και προσγειωμένη σύλληψη της ενόρμησης, αυτή που θεωρούσε ότι η επιδίωξη της ηδονής και η αποφυγή της δυσαρέσκειας είναι οι θεμελιώδεις ανθρώπινοι τροπισμοί; Τα ευρήματα αφορούσαν, όπως πάντα, κλινικά φαινόμενα – τις πηγές παρατήρησης που προτιμούσε ο Φρόυντ. Ορισμένα απείθαρχα, δύστροπα μαζοχιστικά συμπτώματα∙ κυρίαρχες μεταξύ αυτών οι ανεπίλυτες αρνητικές θεραπευτικές αντιδράσεις, έγιναν αιτία να αναθεωρήσει ο Freud

την πρωτοκαθεδρία της αρχής της ηδονής – δυσαρέσκειας.      

Ο Freud

ήταν σε θέση, σύμφωνα με τη δική του αναφορά, να έχει λαμπρές επιτυχίες σε αρνητικές θεραπευτικές αντιδράσεις βασισμένες σε ασυνείδητη ενοχή. Καθώς η ενοχή προέρχεται από μια λιβιδινική επιθυμία διατήρησης της γονικής αγάπης, συγκρούσεις ανάμεσα στην ενοχή και στην επιδίωξη άλλων ενορμητικών ικανοποιήσεων, ήταν πλήρως κατανοητές στον Freud

στο πλαίσιο της εκπλήρωσης επιθυμιών, σύμφωνα με την αρχή της ηδονής – δυσαρέσκειας. Εντούτοις, ο Freud

ήρθε αντιμέτωπος με ορισμένες αρνητικές θεραπευτικές αντιδράσεις, για τις οποίες καμία λύση δεν μπορούσε να βρεθεί μέσω της ερμηνείας της ασυνείδητης ενοχής. Μερικοί από τους ασθενείς του συντηρούσαν με άκαμπτο τρόπο τον πόνο τους σε πείσμα αυτού που φαινόταν να είναι αναγκαστικά μια επιτυχής ανάλυση των φαντασιώσεων εκπλήρωσης επιθυμιών.

 

Καθώς για τον Freud

 ήταν καθοδηγητική η ιδέα ότι τα συμπτώματα συγκροτούνται, όπως τα όνειρα, έψαξε για βοήθεια στα όνειρα, το βασιλικό δρόμο για το ασυνείδητο, στην προσπάθειά του να φωτίσει το αίνιγμα της επίμονης αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς και εκεί βρήκε αδιαμφισβήτητους λόγους να αλλάξει τη θεωρία του περί των ενορμήσεων. Η παρατήρηση του Freud

ήταν ότι ορισμένα επαναλαμβανόμενα δυσάρεστα μετατραυματικά όνειρα δεν μπορούσαν να αναλυθούν επιτυχώς ως φαντασιώσεις εκπλήρωσης επιθυμίας.

Ο Freud

 αρνήθηκε να αγνοήσει αυτή την διάψευση της υπάρχουσας θεωρίας του. Συμπέρανε ότι η αρχή της ηδονής-δυσαρέσκειας, ήταν ανεπαρκής ως θεμελιώδης θεωρία των ενορμήσεων· έπρεπε να υπάρχει μια πιο πρωτογενής ανθρώπινη παρόρμηση που εκφραζόταν στην επανάληψη της δυσάρεστης εμπειρίας. Για να βρει μια εξήγηση για τον καταναγκασμό της επανάληψης δυσάρεστων εμπειριών, ο Freud

 ένοιωσε υποχρεωμένος να αφήσει ελεύθερα τα μυθοπλαστικά και ποιητικά του ταλέντα. Πρότεινε την ύπαρξη του "θανάτου", μιας ενόρμησης θανάτου.   

Σκοπός μου σ’ αυτή την παρουσίαση είναι να δείξω ότι ο Freud

 πλανήθηκε όταν έκανε τις κλινικές παρατηρήσεις, που τον οδήγησαν στην περίφημη δραματική αναθεώρησή του. Σκοπεύω να συζητήσω και να επεξηγήσω με ένα περιστατικό πώς ο Freud

 έκανε λάθος σχετικά με τα φαινόμενα που του φάνηκαν ότι συγκρούονταν με την αρχή της ηδονής – δυσαρέσκειας· ότι είναι στην πραγματικότητα εκφράσεις εκπλήρωσης επιθυμιών στην υπηρεσία της αρχής της ηδονής – δυσαρέσκειας. Θα εστιάσω στην παρανόηση από τον Freud

των επαναληπτικών δυσάρεστων μετατραυματικών ονείρων, διότι ο ίδιος τα θεωρούσε ως παραδειγματικά: Πίστευε – και νομίζω ότι είχε δίκιο – ότι η ανάλυση της επανάληψης της δυσάρεστης εμπειρίας στα όνειρα θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην επανάληψη δυσάρεστων εμπειριών στα συμπτώματα. (Επομένως, αν και δεν θα έχω σήμερα αρκετό χρόνο για να συζητήσω και να επεξηγήσω λεπτομερώς, η διόρθωση που προτείνω στην παρανόηση του Freud

για τα επαναλαμβανόμενα, δυσάρεστα, μετατραυματικά όνειρα μπορεί να εφαρμοστεί επίσης σε ορισμένες δυσάρεστες επαναλήψεις συμπτωμάτων που παρανόησε συμπεριλαμβανομένων των καλούμενων αρνητικών θεραπευτικών αντιδράσεων).

Αφού συζητήσω πώς ο Φρόυντ, ο οποίος ήταν τόσο ικανός κλινικός, απέτυχε να αναλύσει σωστά τα δυσάρεστα μετατραυματικά όνειρα, θα εξηγήσω γιατί παρεξέκλινε. 

Συχνά τα έκδηλο περιεχόμενο ενός μετατραυματικού ονείρου μεταβάλλει κάποια πλευρά της τραυματικής εμπειρίας, όπως τη θυμάται ο ονειρευόμενος συνειδητά, όταν είναι σε εγρήγορση. Τέτοια μετατραυματικά όνειρα δε δημιουργούσαν κανένα πρόβλημα στον Φρόυντ. Μπορούσε να τα αναλύσει εύκολα, χρησιμοποιώντας την αρχική θεωρία των ενορμήσεων, διότι ο τρόπος του ονείρου να μεταβάλλει την τραυματική εμπειρία, μπορεί να αναγνωριστεί ως εκπλήρωση επιθυμίας στην υπηρεσία της αρχής της ηδονής – δυσαρέσκειας. Το άτομο που χάνει ένα αγαπημένο πρόσωπο έχει όνειρα στα οποία αυτό εμφανίζεται ζωντανό· κάποιος που έχει ταπεινωθεί βλέπει όνειρα όπου η ταπείνωση ακυρώνεται κ.λπ.  

 

Μερικές φορές όμως ένα πρόσωπο που έχει υποστεί μια τραυματική εμπειρία, βλέπει όνειρα στο έκδηλο περιεχόμενο των οποίων η τραυματική εμπειρία αναπαράγεται με απόλυτη ακρίβεια· δεν μπορεί να ανιχνευθεί ούτε η πιο λεπτή διαφορά σε σύγκριση με αυτό που συνειδητά θυμάται. Έτσι ο ονειρευόμενος επανειλημμένα επισκέπτεται μια απόλυτα δυσάρεστη εμπειρία.

Δεν ανακαλύπτεται καμία ανάγκη αυτοτιμωρίας, λόγω ασυνείδητης ενοχής. Η πρόταση ότι ο ονειρευόμενος προσπαθεί να ελέγξει μια τραυματική εμπειρία "μετατρέποντας το παθητικό σε ενεργητικό" δεν πετυχαίνει τίποτα.

Ο Freud

δεν θα παρέβλεπε αυτές τις προφανείς εξαιρέσεις στην αρχή της ηδονής – δυσαρέσκειας. Ένοιωσε υποχρεωμένος να αναθεωρήσει τη θεωρία του ώστε να τις λάβει υπόψη του. Ήταν μια άμεμπτη απόφαση εκ μέρους του Φρόυντ, δεδομένων των κλινικών παρατηρήσεών του. Εν τούτοις, οι παρατηρήσεις του ήταν ελλιπείς.

Ας σκεφτούμε το ακόλουθο παράδειγμα, το οποίο αφορά μια ασθενή ονομαζόμενη Νίνα. 

Η Νίνα απολάμβανε τη βραδινή της έξοδο για δείπνο, όταν ο συνοδός της, που ήταν γιατρός, κλήθηκε ξαφνικά για ένα επείγον περιστατικό. Την ρώτησε εάν θα μπορούσε να επιστρέψει μόνη της και εκείνη συμφώνησε. Καθώς έψαχνε για ταξί, την λήστεψαν. Ένα πολύ βρώμικο ζευγάρι την έσπρωξε σε ένα δρομάκι και την ανάγκασε να τους δώσει όλα της τα χρήματα. Δεν την έβλαψαν σωματικά, αλλά για να διασφαλίσουν τη διαφυγή τους την ανάγκασαν να βγάλει τα ρούχα της και τα πήραν μαζί τους. Της έδειξαν επίσης, ένα μαχαίρι και της είπαν ότι θα την έβρισκαν και θα χαράκωναν το όμορφο πρόσωπό της, εάν καλούσε την αστυνομία. Η Νίνα έμεινε στο δρομάκι αρκετή ώρα υπερβολικά τρομοκρατημένη για να κινηθεί. Τελικά, αναγκάστηκε  να βγει έξω στο δρόμο. Ευτυχώς, σύντομα πέρασε τυχαία ένα περιπολικό. Οι αστυνομικοί τύλιξαν τη Νίνα σε μια κουβέρτα, την έφεραν στο Αστυνομικό Τμήμα, της βρήκαν ρούχα, πήραν την κατάθεσή της και τη βοήθησαν να τηλεφωνήσει σε μια φίλη της, για να την πάει σπίτι. Οι δράστες δεν βρέθηκαν ποτέ.

Έξι μήνες αργότερα, όταν είδα τη Νίνα ήταν ακόμα υπό την επήρεια μιας σοβαρής αγχώδους μετατραυματικής διαταραχής, που δεν ελεγχόταν με φάρμακα. Ήταν ευερέθιστη, ληθαργική και αναστατωμένη. Δεν ήταν σε θέση να δουλέψει ή να έχει κοινωνική ζωή. Είχε χάσει δέκα κιλά και κοιμόταν μόνο 3-4 ώρες την ημέρα. Φοβόταν να κλείσει τα μάτια της, διότι έβλεπε τρομακτικά όνειρα, στα οποία επαναβίωνε τα γεγονότα της ληστείας: Το απαίσιο ζευγάρι την άρπαζε. Μπορούσε να μυρίσει την αηδιαστική μυρωδιά τους και έβλεπε το μαχαίρι, χιλιοστά μακριά της. Ένοιωθε πόσο κρύωνε, καθώς στεκόταν γυμνή στο δρομάκι. Τα όνειρα συνοδεύονταν από αυξανόμενο άγχος που τελικά γινόταν ανυπόφορο και την ξυπνούσε. Ρώτησα τη Νίνα εκτενώς και με κανένα τρόπο δεν μπορούσα να αναγνωρίσω την ελάχιστη ασυμφωνία ανάμεσα στην ανάμνησή της για την τραυματική εμπειρία και την απεικόνισή της στα τραυματικά όνειρά της.

Αυτό ακριβώς είναι το είδος των μετατραυματικών ονείρων, για τα οποία ο Freud

συμπέρανε ότι αντιπροσώπευαν μια επανάληψη δυσάρεστης εμπειρίας, και έτσι έρχονταν σε αντίθεση με την αρχή της ηδονής – δυσαρέσκειας. Για να καταλάβουμε το λάθος του Φρόυντ, πρέπει να σημειώσουμε δύο πολύ σημαντικά σημεία που αφορούν την τραυματική εμπειρία της Νίνας και τα όνειρα που την ακολούθησαν – δύο σημεία που ο Freud

παρέβλεψε στην ανάλυσή του.

Το πρώτο σημείο είναι ότι ενώ η Νίνα ένοιωθε ότι βρέθηκε σε σοβαρό κίνδυνο, όταν την πλησίασαν οι ληστές, τελικά βγήκε σχετικά άθικτη. Υπέστη μικρή ή καθόλου σωματική βλάβη. Με άλλα λόγια, τα πραγματικά γεγονότα, αν και είναι θλιβερά και αναμφίβολα ψυχολογικά τραυματικά για τη Νίνα, αποτελούν μια ιστορία με ευτυχές τέλος, εάν αναλογιστούμε τι φοβήθηκε η Νίνα, ότι θα μπορούσε να της συμβεί.

Το δεύτερο σημείο, είναι ότι το ευτυχές τέλος της ιστορίας δεν περιλαμβανόταν ποτέ στο έκδηλο περιεχόμενο των "μετατραυματικών ονείρων" της Νίνας. Όλες οι απαίσιες λεπτομέρειες της κακοποίησης που υπέστη από τους ληστές, ανακεφαλαιώνονταν αλλά η άφιξη του περιπολικού και η διάσωσή της από την αστυνομία, δεν εμφανίσθηκε ποτέ στα όνειρά της. Συνεπώς, αν και το έκδηλο περιεχόμενο των μετατραυματικών ονείρων της Νίνας, φαινόταν να είναι μια ακριβής απεικόνιση της τραυματικής της εμπειρίας, στην πραγματικότητα δεν ήταν – περιλάμβανε μια σημαντική παραποίηση μέσω παράλειψης, έτσι ώστε αυτό που ήταν στην πραγματικότητα μια διάσωση "παρά τρίχα" απεικονίστηκε σαν να ήταν μια απόλυτη καταστροφή.

 

Αυτά τα δύο στοιχεία των μετατραυματικών ονείρων της Νίνας δείχνουν τον τρόπο να τα κατανοήσουμε ως φαντασιώσεις εκπλήρωσης επιθυμιών στην υπηρεσία της αρχής της ηδονής – δυσαρέσκειας.

 

Η αναλυτική δουλειά μου με τη Νίνα, αποκάλυψε ότι ως παιδί ήταν "κόρη  οφθαλμού" για τον πατέρα της. Ο γάμος των γονιών της ήταν δυστυχισμένος και η εμφανής εύνοια του πατέρα της προξενούσε τη ζήλια της μητέρας της. Η Νίνα μπορούσε να νοιώσει την έχθρα της μητέρας της και αντιλαμβανόταν το λόγο γι’ αυτήν. Όταν η Νίνα έφθασε στην εφηβεία, η μητέρα της την εκνεύριζε με ακατάπαυστες προειδοποιήσεις, ότι θα είχε προβλήματα εάν δεν ήταν προσεκτική στο πως θα συμπεριφερόταν με τα αγόρια. Η από μακρού ασυνείδητη επίγνωση της Νίνας σχετικά με την οιδιποδειακή της νίκη και η ενοχή που της προκαλούσε ήταν κρίσιμα στοιχεία της αγχώδους μετατραυματικής της διαταραχής.

 

Όταν το ραντεβού της με έναν ελκυστικό άντρα την οδήγησε σε προβλήματα, φάνηκε στην Νίνα σαν να επαληθευόταν τελικά η τρομερή πρόβλεψη της μητέρας της. Αργότερα δυσκολευόταν να πιστέψει ότι είχε ξεφύγει από τον κίνδυνο στον οποίο είχε μπει. Στα όνειρά της συνέχιζε να εξετάζει προσεκτικά τα γεγονότα, για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν ακόμα σε κίνδυνο. Η επανάληψη της "παρά τρίχα" διάσωσής της στα όνειρά της, ήταν μια δεισιδαιμονική τελετουργία, παρόμοια με αυτή του στρατιώτη που φορά στο λαιμό του τη "σφαίρα που αστόχησε". Τα μετατραυματικά όνειρα της Νίνας ήταν προσπάθειες αυτοκαθησυχασμού. Λόγω όμως, της ανεπίλυτης ασυνείδητης ενοχής η καθησύχαση έπρεπε να είναι μεταμφιεσμένη. Συνεπώς, ενώ συνέχιζε να ξαναπερνά την ιστορία με το ευτυχές τέλος στα όνειρά της, την τελευταία στιγμή πάντα συντόμευε το όνειρο, έτσι ώστε να εξαιρέσει το ευτυχισμένο τέλος της ιστορίας. Η Νίνα δεν ήταν απόλυτα σίγουρη ότι της άξιζε να ξεφύγει σώα. Όταν η Νίνα και εγώ αποκαλύψαμε τα ποικίλα συγκρουόμενα κίνητρα που βρίσκονταν κάτω από τα μετατραυματικά όνειρα, τα όνειρα έσβησαν. Η Νίνα μπόρεσε να αναγνωρίσει και να αναθεωρήσει κάποιες από τις οιδιποδειακές συγκρούσεις της και σύντομα ήταν σε θέση να συνεχίσει τη ζωή της.

 

Τα όνειρα της Νίνας είναι παραδείγματα από την κατηγορία ονείρων που ο Freud

νόμιζε – λανθασμένα – ότι έρχονταν σε αντίθεση με την αρχή της ηδονής – δυσαρέσκειας. Στην κλινική μου δουλειά έχω βρει ότι τα φαινομενικά ακριβή μετατραυματικά όνειρα, τα ονειρεύονται σταθερά άτομα όπως η Νίνα, που ξεφεύγουν σχετικά σώα από εξαιρετικά τρομακτικές καταστάσεις, άνθρωποι που είχαν θλιβερές, αλλά τελικά όχι ουσιωδώς βλαβερές εμπειρίες. Και έχω βρει επίσης, ότι τα φαινομενικά ακριβή μετατραυματικά όνειρα είναι στην πραγματικότητα, όπως τα όνειρα της Νίνας, ανακριβή λόγω της παράλειψης από το έκδηλο περιεχόμενο της πραγματικής διάσωσης του ονειρευόμενου από τον κίνδυνο. Όλα όσα μπόρεσα να μάθω από συναδέλφους, επιβεβαιώνουν αυτές τις γενικεύσεις από τη δική μου εμπειρία.

Δεν υπάρχει ανάγκη να θεωρηθεί ως δεδομένη η ύπαρξη ενός καταναγκασμού επανάληψης ή του "Θανάτου", μιας ενόρμησης θανάτου για να κατανοηθούν τα φαινομενικά ακριβή μετατραυματικά όνειρα όπως αυτά της Νίνας. Αντίθετα, το να σκεφτόμαστε αυτά τα όνειρα ως επαναλήψεις δυσάρεστων εμπειριών είναι μια παρανόηση που κάνει αδύνατη την επιτυχή ανάλυση τους. Για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα όνειρα σωστά στην κλινική εργασία πρέπει να αναγνωρισθεί ότι είναι προσπάθειες αυτοκαθησυχασμού, σχεδιασμένες  για να μειώσουν τη δυσάρεστη εμπειρία του άγχους από τον ονειρευόμενο και συνεπώς είναι εκπληρώσεις επιθυμιών απόλυτα συνεπείς με την αρχή της ηδονής – δυσαρέσκειας. Αυτό ήταν αλήθεια για τα όνειρα της Νίνας και σύμφωνα με την εμπειρία μου, είναι πάντα αλήθεια για τα φαινομενικά ακριβή, δυσάρεστα, μετατραυματικά όνειρα.

 

Είναι ιδιαίτερα περίεργο ότι ο Freud

το 1920 απέτυχε να δει πώς τα φαινομενικά ακριβή, δυσάρεστα μετατραυματικά όνειρα αντιπροσωπεύουν τις μεταμφιεσμένες προσπάθειες του ονειρευόμενου για αυτοκαθησυχασμό, γιατί ο μηχανισμός δράσης είναι ουσιαστικά ο ίδιος που ο Freud

είχε αναλύσει είκοσι χρόνια νωρίτερα στη συζήτηση του για τα τυπικά όνειρα εξετάσεων! Σ’ ένα τυπικό όνειρο εξετάσεων ο Freud

ανακάλυψε ότι το άτομο καθησυχάζει τον εαυτό του για μια εξέταση που έρχεται σύντομα, ονειρευόμενος μια εξέταση που πέρασε με επιτυχία στο παρελθόν∙ με άλλα λόγια το όνειρο λέει: πέτυχα πριν και μπορώ να πετύχω ξανά. Εντούτοις, λόγω της ενοχικής σύγκρουσης ο ονειρευόμενος μεταμφιέζει την καθησυχαστική παρελθούσα εμπειρία του ως αποτυχία και ξυπνά πριν η επιτυχής ολοκλήρωση της προηγούμενης εξέτασης μπορέσει να απεικονιστεί στο έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου – το πραγματικό ευτυχές τέλος παραλείπεται, ακριβώς όπως σ’ ένα φαινομενικά ακριβές μετατραυματικό όνειρο· και όπως στην περίπτωση με το φαινομενικά ακριβές μετατραυματικό όνειρο ο ονειρευόμενος την τυπική εξέταση ξυπνά από το αυξανόμενο άγχος.

 

Για ποιο λόγο ο Freud

δεν αναγνώρισε ακόμα μια περίπτωση μιας κατηγορίας ονείρων που είχε ήδη εξετάσει; Κατά τη γνώμη μου, ένα σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι ο Freud

παρουσίασε το λανθασμένο συμπέρασμα του ότι τα φαινομενικά ακριβή μετατραυματικά όνειρα είναι επαναλήψεις δυσάρεστων εμπειριών σ’ ένα δοκίμιο με τον τίτλο "Πέρα από την αρχή της ηδονής" - και όχι με τον τίτλο (όπως θα έπρεπε) "Πέρα από την αρχή της ηδονής και της δυσαρέσκειας".

Η σύντμηση είναι εύστοχη. Στην αρχική διατύπωση της θεωρίας του Freud

 για τις ενορμήσεις τον απασχολούσε πολύ η αποφυγή της δυσαρέσκειας – τόσο όσο και η επιδίωξη της ηδονής. Αυτοί οι δύο είναι ξεχωριστοί, βασικοί τροπισμοί, εξίσου σημαντικοί, όπως επιβεβαιώνει η εξελικτική βιολογία – ακόμα και το μονοκύτταρο paramecium θα κολυμπήσει προς ένα στοιχείο τροφής, αλλά θα απομακρυνθεί από ένα ηλεκτροσόκ∙ παρομοίως αλλά πιο πολύπλοκα, η εμπειρία της ηδονής και η εμπειρία της δυσαρέσκειας διαμεσολαβούνται από διαφορετικά μονοπάτια στο ανθρώπινο κεντρικό νευρικό σύστημα – και τα δύο κρίσιμα για την προσαρμογή και επιβίωση.                   

Τόσο η σημασία της αποφυγής της δυσαρέσκειας, όσο και η σημασία της επιδίωξης της ηδονής, ήταν στην πρώτη γραμμή της αντίληψης του Freud

το 1900 όταν αναγνώρισε τη λειτουργία των τυπικών ονείρων εξετάσεων.

Παρόλα αυτά, στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Freud

όλο και περισσότερο απορροφήθηκε από τις ανακαλύψεις του σχετικά με την παιδική σεξουαλικότητα∙ τόσο που οι πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα ονομάζονται μερικές φορές η περίοδος "της ψυχολογίας του αυτό". Στην πραγματικότητα, μια πιο ακριβής περιγραφή θα ήταν η περίοδος της "ψυχολογίας της ηδονής". Η εστίαση του Freud

ήταν στις πρωτεϊκές μορφές με τις οποίες η επιδίωξη της ηδονής μπορεί να εμφανιστεί. 

Η σεξουαλική ματαίωση, η απουσία ηδονής συζητιόταν βέβαια πολύ. Η αποφυγή της δυσαρέσκειας, όμως, που είναι ένα άλλο ζήτημα, παραμελήθηκε ως θέμα μέχρι το 1926 όταν ο Freud

έστρεψε την προσοχή του και πάλι σ’ αυτήν και πρότεινε τη θεωρία του σήματος άγχους.

Έτσι, το 1920 όταν ο Freud

μελετούσε τα φαινομενικά ακριβή μετατραυματικά όνειρα, λειτουργούσε με μια ακρωτηριασμένη από απροσεξία θεωρία κινήτρων – μια αρχή της ηδονής αντί για μια αρχή της ηδονής – δυσαρέσκειας – και το απόν κομμάτι της θεωρίας ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν, το ίδιο που είχε χρησιμοποιήσει είκοσι χρόνια νωρίτερα για να αναλύσει τα τυπικά όνειρα εξετάσεων. Ο σκοπός των φαινομενικά ακριβών μετατραυματικών ονείρων, όπως και ο σκοπός των τυπικών ονείρων εξετάσεων είναι η αποφυγή της δυσαρέσκειας: ο ονειρευόμενος προσπαθεί να ελαττώσει το άγχος του, μέσω του αυτοκαθησυχασμού.

Ο Freud

είχε στο μυαλό του την αποφυγή της δυσαρέσκειας πάρα πολύ όταν έγραψε την "Ερμηνεία των Ονείρων", αλλά την είχε ξεχάσει τουλάχιστον προσωρινά, την εποχή που έγραψε το "Πέρα από την αρχή της ηδονής". Γι’ αυτό το λόγο, ενώ ο Freud

σωστά εκτίμησε ότι τα όνειρα εξετάσεων είναι εκπληρώσεις επιθυμιών, απόλυτα συνεπή με την αρχή της ηδονής – δυσαρέσκειας, απέτυχε να αναγνωρίσει την ίδια δομή στα φαινομενικά ακριβή μετατραυματικά όνειρα. Στη βάση αυτής της παρεξήγησης, έκανε ένα μη αναγκαίο ταξίδι στο βασίλειο του μύθου – ταξίδι που προκάλεσε, φοβάμαι, σημαντική δυσκολία στους ψυχαναλυτές και στους ασθενείς τους έκτοτε.

 

                                                 

Μετάφραση: Μαντώ Καπαρουδάκη                   

Free business joomla templates