ΑρχικήΨηφιακή ΒιβλιοθήκηΆρθραΆρθρα (Ελληνικά)ΦΑΛΑΡΑΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ-"ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ"

ΦΑΛΑΡΑΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ-"ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ"

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ  ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ  ΜΥΘΟΥ

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΦΑΛΑΡΑΣ

 

 

Στη διάρκεια της ανάλυσης ο ασθενής καλείται να ακολουθήσει το βασικό κανόνα, τη μέθοδο των ελεύθερων συνειρμών (Freud, 1900, 1912). Καλείται να μιλήσει για ο,τιδήποτε έρχεται στο μυαλό του χωρίς να λογοκρίνει τις σκέψεις του. Κάποιες στιγμές μιλάει για θέματα του παρόντος, κάποιες άλλες για ιστορίες του παρελθόντος και βοηθούμενος από τον αναλυτή, μπορεί να κάνει συνδέσεις ανάμεσα στα μεν και τις δε. Βέβαια, όσα λέει ο ασθενής, είτε αφορούν το παρόν είτε το παρελθόν του, έχουν πάντα ένα μυθικό στοιχείο, με την έννοια ότι αποτελούν μια υποκειμενική, προσωπική επεξεργασία των όποιων θεμάτων του. Η ιστορία η οποία αναδεικνύεται στην ανάλυση είναι ιστορία μόνο με την ευρεία έννοια του όρου. Οι πλευρές που τη συγκροτούν έχουν πάντα ένα στοιχείο ασάφειας καθώς δεν είναι δυνατό να στηριχθούν σε πηγές ή σε αρχεία ή σε άλλα γραπτά κείμενα. Η Potamianou (1985) υποστήριξε ότι αυτό που αναδεικνύεται στην ανάλυση είναι μια μυθιστορία. Από την ιστορική σκοπιά εμπεριέχει κάποια στοιχεία από συγκεκριμένα γεγονότα που συνέβησαν σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και αφορούν συγκεκριμένα διαπροσωπικά περιστατικά. Από το μύθο κρατάει την προσωπική επεξεργασία όλων αυτών των στοιχείων, προσωπική επεξεργασία που γίνεται υπό την επιρροή των φαντασιώσεων του αρρώστου.

Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει πρωτίστως είναι η ψυχική λειτουργία του ασθενούς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και ότι καλούμεθα κάθε φορά να εντοπίσουμε τη συναισθηματική εμπειρία που βρίσκεται πίσω από τις αφηγήσεις και τους μύθους που έρχονται στη συνεδρία.

Παρόλα αυτά καλούμεθα να σεβαστούμε τους μύθους αυτούς. Είναι τα νοήματα που ο ασθενής αρχίζει να παράγει προκειμένου να καταλάβει τον εαυτό του, την εμπειρία του και την ιστορία του. Καλούμεθα λοιπόν να σεβαστούμε τους μύθους αυτούς και να μην τους απογυμνώσουμε αμέσως με άκαμπτες και πρόωρες ερμηνείες.

Ας δούμε από πιο κοντά κάποιες πλευρές της αναλυτικής διαδικασίας. Η οποία, όσον αφορά στον αναλυόμενο, από τη μια απαιτεί την παλινδρόμησή του και την ανάπτυξη των φαινομένων της μεταβίβασης και από την άλλη, απαιτεί ταυτόχρονα μια ικανοποιητική παρουσία των λειτουργιών του εγώ και τη διατήρηση μιας ικανότητας για αυτοπαρατήρηση. Η ίδια η μεταβίβαση είναι ένα "διπολικό" φαινόμενο (Stolorow et al., 1987). Πέραν του ότι μπορεί να είναι μητρική ή πατρική, θετική ή αρνητική κλπ., ο ασθενής προσεγγίζει την ανάλυση και τον αναλυτή έχοντας αντιφατικές προσδοκίες. Από τη μια, υπάρχει η προσδοκία ότι θα επεξεργαστεί τα άγχη του και ότι θα βοηθηθεί να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες του και από την άλλη, υπάρχει ένας βαθύς φόβος ότι θα επαναληφθούν ματαιώσεις και τραύματα του παρελθόντος.

Θα ήθελα να μείνω για λίγο σε αυτό το θέμα. Ο άρρωστος φοβάται ότι θα επαναληφθούν οι παλιές τραυματικές εμπειρίες του αλλά και εμείς πιστεύουμε ότι το παρελθόν με κάποιο τρόπο εισάγεται και επαναλαμβάνεται στην αναλυτική διαδικασία και ότι με αυτό τον τρόπο μάς δίνεται η δυνατότητα να το παρατηρήσουμε in vivo, να το διερευνήσουμε, να το ερμηνεύσουμε και να το αποκαλύψουμε στον ασθενή.        

Ορισμένες σημαντικές πλευρές του παρελθόντος επαναλαμβάνονται, λοιπόν, στο πλαίσιο της αναλυτικής διαδικασίας. Όταν αυτό γίνεται με κάποιους όρους, παρέχεται η δυνατότητα μιας πρόσβασης στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης και διευκολύνεται η επαφή με τις πρώιμες διαμορφωτικές εμπειρίες. Δίνεται επίσης η δυνατότητα για την εγκατάσταση μιας πιο άνετης επικοινωνίας ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν (Loewald, 1980) και διευκολύνεται η αναδιοργάνωση της ψυχικής ζωής πάνω σε καινούριες βάσεις. Όλη αυτή η επαφή με το παρελθόν –και η επικοινωνία με τις παιδικές πηγές της εμπειρίας-, εμπλουτίζοντας με νέες σημασίες τη σημερινή ψυχική πραγματικότητα, δίνει νόημα, βάθος και μια διάσταση ιστορικής συνέχειας στην ψυχική ζωή του ενήλικα ανθρώπου. Με αυτό τον τρόπο ο αναλυόμενος κτίζει σταδιακά μια "νέα" συνεκτική προσωπική ιστορία, η οποία του επιτρέπει να αποκτήσει μια πιο συγκροτημένη εικόνα του εαυτού του.

Θα ήταν σκόπιμο αυτή η ιστορία να μην οργανωθεί με ανελαστικό και δύσκαμπτο τρόπο αλλά να διαθέτει ανοιχτούς χώρους που θα είναι σε θέση να φιλοξενήσουν καινούρια νοήματα, τα οποία θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να αναδυθούν. Νομίζω πως , παρότι το θέμα του ήταν διαφορετικό , σε κάτι ανάλογο αναφερόταν ο Bion (1963), όταν έλεγε ότι ο μύθος δεν αποτελεί μια αφήγηση το νόημα της οποίας μπορεί να ερμηνευθεί με μονοσήμαντο τρόπο αλλά ότι αποτελεί μια δεξαμενή πιθανών νοημάτων. Ότι αποτελεί , με άλλα λόγια , μια δεξαμενή στοιχείων, τα οποία δεν είναι κορεσμένα με νόημα και τα οποία μπορούν να συνδυαστούν με τρόπους πάντα καινούριους.

Η ιδέα της επανάληψης του παρελθόντος στο παρόν - καθώς και η θεωρία της τεχνικής που πηγάζει από αυτή - αποτελεί μια εξαιρετική θεωρία, η οποία μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά τον αναλυτή στην προσέγγιση του υλικού των ασθενών του. Αν την αναβιβάσει κανείς όμως σε μέγεθος απόλυτο και της προσδώσει υπερβολικό ειδικό βάρος, τότε αποκτά και αυτή ένα μυθικό στοιχείο. Θα εξηγήσω αμέσως τι θέλω να πω.

Το υλικό, λοιπόν, που έρχεται στην ανάλυση έχει σχέση αποκλειστικά και μόνο με την επανάληψη των παρελθόντων σχέσεων του ασθενούς; Ο τρόπος που εργάζεται ο αναλυτής, ο τρόπος που ερμηνεύει, ο τρόπος που σχετίζεται γενικότερα με τον άρρωστο δεν επηρεάζει καθόλου την ποιότητα του υλικού που αναδύεται; Ο αναλυτής είναι μόνο μια λευκή οθόνη όπου προβάλλεται ο εσωτερικός κόσμος του ασθενούς;

Κατά τη γνώμη μου, κάποιες πτυχές της αναλυτικής διαδικασίας δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο στη βάση της επανάληψης του παρελθόντος. Υπάρχουν φαινόμενα που σχετίζονται με τον τρόπο που ο αναλυτής εργάζεται, με τον τρόπο που ακούει και με τον τρόπο που παρεμβαίνει, σχολιάζει ή ερμηνεύει (Di Chiara, 2002).

Αναφορικά με αυτό το θέμα έχει αναπτυχθεί, ξεκινώντας κυρίως από τις ιδέες του Bion, το λεγόμενο ονειρικό παράδειγμα της αναλυτικής συνεδρίας (Civitarese, 2005). Το παράδειγμα αυτό αποτελεί μια πτυχή ενός γενικότερου τρόπου θεώρησης που αφορά συνολικά την ψυχική λειτουργία. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, ο ανθρώπινος ψυχισμός "ονειρεύεται" και κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης. Το όνειρο της εγρήγορσης αποτελεί τη διαδικασία εκείνη που επεξεργάζεται συνεχώς τα πρωτογενή αδιαμόρφωτα αισθητηριακά και συγκινησιακά βιώματα και τα μετατρέπει σε στοιχεία α. τα μετατρέπει δηλαδή σε εικονογράμματα, τα οποία δημιουργούνται συνεχώς στην κατάσταση της εγρήγορσης και τα οποία συνοψίζουν το συναισθηματικό νόημα των διαφόρων πλευρών της εμπειρίας. Με τη δημιουργία και την επεξεργασία των στοιχείων α, η άμεση, ακατέργαστη και ακατανόητη εμπειρία μπορεί να "αλφαβητιστεί", να νοηματοδοτηθεί και να γίνει κατανοητή.

Τα στοιχεία α τοποθετούνται στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στην αδιαμόρφωτη αισθητηριακή και συγκινησιακή εμπειρία και τη σκέψη. Σε αυτά όμως, κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης, δεν έχουμε συνήθως άμεση πρόσβαση. Μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι για τη φύση και την ποιότητά τους μέσα από αυτά που ο Ferro (2006) ονόμασε αφηγηματικά παράγωγα των στοιχείων α. Και τα οποία αφορούν στις διάφορες αφηγήσεις και τις ιστορίες, οι οποίες ρευστοποιούν συνεχώς και δίνουν τη δυνατότητα για λεκτικοποίηση στο όνειρο της εγρήγορσης.

Τα αφηγηματικά παράγωγα μπορούν να είναι πολύ κοντά και να παραπέμπουν άμεσα στα στοιχεία α ή να είναι εξαιρετικά απομακρυσμένα. Αν κάποιος δυσκολεύεται πάρα πολύ να δεχθεί επώδυνες και πιεστικές αλήθειες, τότε κινητοποιούνται οι άμυνές του, οι οποίες επιφέρουν μια σημαντική παραμόρφωση και απομακρύνουν πολύ τα αφηγηματικά του παράγωγα από τη βασική συγκινησιακή-εικονογραμμική ακολουθία. Έτσι, για παράδειγμα, αντί ο ασθενής να μιλήσει για το πόσο θυμωμένος είναι με τον αναλυτή, μιλάει για το πόσο θυμωμένος είναι με τον τάδε συνάδελφό του. Ή, ακόμα περισσότερο, για το πόσο θυμωμένος είναι ο φίλος του ο Νίκος με τον πατέρα του.

Με αυτό τον τρόπο, το υλικό που φέρνει ο αναλυόμενος, όντας το αποτέλεσμα της προσωπικής επεξεργασίας (αλλά και των αμυνών) του, έχει πάντα ένα μυθικό στοιχείο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκτός από τους μύθους που έχουν μια γενικότερη ισχύ (οιδιπόδειος μύθος για παράδειγμα) και τους μεγάλους προσωπικούς μύθους , σε κάθε συνεδρία αναδύονται διάφοροι μικρο-μύθοι που συγκροτούνται μέσα από την επεξεργασία, τη συμβολοποίηση και τη λεκτικοποίηση των ερεθισμάτων που ανταλλάσσουν συνεχώς αναλυόμενος και αναλυτής.

Συχνά βέβαια ο ασθενής έχει ανάγκη από τους μύθους του και δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί και να αφομοιώσει βίαιες μορφές απομυθοποίησης. Σε αυτό το θέμα όμως θα επανέλθω αργότερα. Προς το παρόν, ξαναγυρίζω στο όνειρο της εγρήγορσης. Το οποίο, κατά τη διάρκεια της ανάλυσης, μπορεί να σχετίζεται σε κάποιο βαθμό με αποθηκευμένα από το παρελθόν στοιχεία α και άρα να πηγάζει από την ιστορία του αρρώστου. Σε κάποιον άλλο βαθμό όμως, οπωσδήποτε σχετίζεται και με τον τρόπο που τοποθετείται και λειτουργεί ο αναλυτής κατά τη διάρκεια της συνεδρίας. Από αυτή την τελευταία σκοπιά, ο,τιδήποτε πει ο ασθενής (θέματα της παιδικής ηλικίας, γεγονότα της εξωτερικής ζωής, θέματα σχέσεων με συγγενείς, φίλους ή συναδέλφους) είναι επηρεασμένο από την ψυχική πραγματικότητα της στιγμής και άρα από την αναλυτική σχέση.

Αν λοιπόν ο αναλυτής ερμηνεύσει κάποια πλευρά του υλικού (ή αν δεν την ερμηνεύσει και μείνει σιωπηλός) ο ασθενής κάποια στιγμή θα αφηγηθεί –με μεταμφιεσμένο μάλλον τρόπο και προσθέτοντας μυθικά στοιχεία- πώς βίωσε την ερμηνεία ή τη σιωπή. Υπάρχει λοιπόν μια οπτική γωνία από την οποία, ό,τι και αν πει ο άρρωστος αφηγείται έμμεσα  -συν τοις άλλοις- τον τρόπο που αισθάνεται πως λειτουργούν οι δύο πρωταγωνιστές της διαδικασίας και φωτογραφίζει το κλίμα που υπάρχει στη σχέση εκείνη τη στιγμή.

Ο αναλυτής λοιπόν έχει τη συμμετοχή του σε αυτό που βιώνει ο αναλυόμενος . Κάθε συνεδρία έχει φυσικά τη σφραγίδα του παρελθόντος αλλά μπορεί επίσης να αναπτυχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να παράξει νέες μορφές εμπειρίας και νοήματος (Hoffman, 1998).

Για να έχουμε, λοιπόν, μια σύνθετη, περισσότερο ολοκληρωμένη εικόνα αυτού που συμβαίνει στην αναλυτική διαδικασία καλούμεθα να σκεφτούμε με όρους μιας "συνάντησης" της επανάληψης του παρελθόντος και της πραγματικής εμπειρίας στο "εδώ και τώρα" της αναλυτικής κατάστασης. Αυτό που συνέβη στο παρελθόν ("εκεί και τότε") συνυπάρχει σε διαλεκτική ισορροπία με αυτό που συμβαίνει στο παρόν ("εδώ και τώρα"), παρότι τη μια ή την άλλη στιγμή μπορεί να κυριαρχήσει προσωρινά η μια ή η άλλη διάσταση. Το υλικό το οποίο έρχεται στις συνεδρίες πηγάζει, από τη μια, από τις σχέσεις και τις συγκρούσεις του παρελθόντος του αρρώστου αλλά από την άλλη, πηγάζει και από το συναισθηματικό κλίμα της αναλυτικής σχέσης στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Ο τρόπος με τον οποίο ο αναλυόμενος αντιλαμβάνεται την εμπειρία του παρελθόντος, είναι δυνατό να υποστεί σημαντικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της ανάλυσης. Αυτές οι αλλαγές έχουν να κάνουν κυρίως με την εμπειρία και την αλληλεπίδραση του αναλυόμενου με τον αναλυτή, η οποία δεν ανταποκρίνεται στις μεταβιβαστικές προσδοκίες με τις οποίες έρχεται ο αναλυόμενος. Έτσι, αν ένας άρρωστος βιώνει αρχικά τον αναλυτή σαν εκδικητικό και ευνουχιστικό πατέρα και διαπιστώσει από την εμπειρία του στη θεραπευτική διαδικασία ότι ο αναλυτής δεν είναι εκδικητικός και ευνουχιστικός, είναι δυνατό να ξαναβρεί την επαφή με κάποιες (χαμένες) πλευρές του πατέρα που έχουν θετικό χαρακτήρα. Δεν επηρεάζεται, λοιπόν, μόνο το παρόν από το παρελθόν, μπορεί να συμβεί και το αντίθετο – μπορεί ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο αναλυόμενος το παρελθόν του να επηρεαστεί από την αλληλεπίδραση και την εμπειρία που έχει κατά τη διάρκεια του παρόντος (Loewald, 1980).

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω δυο λόγια για την ερμηνεία. Από όσα είπα μέχρι τώρα συνάγεται ότι όσα έρχονται στη συνεδρία, θα μπορούσε κάποιος να τα σκεφτεί σαν την επανάληψη κάποιων πλευρών του παρελθόντος του αρρώστου. Ταυτόχρονα θα μπορούσε να σκεφτεί ότι αναφέρονται στην αναλυτική σχέση. Αυτά τα νοήματα μπορούν να συνυπάρχουν, η ύπαρξη του ενός δεν αποκλείει την ύπαρξη του άλλου. Θα πρέπει να τονιστεί ότι το επίπεδο του μεταβιβαστικού νοήματος έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί μας πληροφορεί συνεχώς πώς "βλέπει" ο ασθενής τη σχέση του με τον αναλυτή. Θα πρέπει να τονιστεί επίσης ότι αυτό που καταλαβαίνει ο αναλυτής δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με αυτό που λέει στον ασθενή. Ο τελευταίος δεν είναι πάντα σε θέση να αποχωριστεί τις άμυνες και τους μύθους του. Ο αναλυτής, λοιπόν, θα πρέπει να είναι σε θέση να διακρίνει ανάμεσα σε αυτό που καταλαβαίνει ο ίδιος και σε αυτό που είναι σε θέση να ακούσει και να αφομοιώσει ο αναλυόμενος. Πάντα βέβαια μπορούν να γίνουν κάποια λάθη που αφορούν είτε το timing είτε τη δοσολογία. Τέλος, θα πρέπει να πούμε ότι στον τρόπο που θα προσεγγίσει ο αναλυτής το υλικό της συνεδρίας, έχει πάντα προτεραιότητα η ενσυναισθητική επαφή με το επίπεδο στο οποίο συζητά το θέμα ο άρρωστος (Lichtenberg et al., 1996). Αν θέλετε, έχει πάντα προτεραιότητα ο μύθος τον οποίο φέρνει ο ασθενής στη συνεδρία. Αρχίζοντας από αυτό το επίπεδο, ο αναλυτής μπορεί φυσικά να μετακινηθεί μετά σε άλλα επίπεδα και μαζί με τον αναλυόμενο, να προχωρήσει το θέμα που βρίσκεται στο προσκήνιο. Στο πλαίσιο όλης αυτής της διαδικασίας έχουμε ανάγκη να καταλάβουμε τι συμβαίνει "εδώ και τώρα", έτσι ώστε να μην αφήσουμε τον ασθενή μόνο του με ό,τι συνέβη πριν από τριάντα ή τριανταπέντε χρόνια. Ταυτόχρονα, έχουμε ανάγκη από τη βιογραφία και τον προσωπικό μύθο του ασθενούς, έτσι ώστε να μη συρρικνωθεί η αντίληψη της όλης διαδικασίας σε μια απλή αλληλεπίδραση στο "εδώ και τώρα" ανάμεσα στον αναλυόμενο και τον αναλυτή.

 

Κλινική παρουσίαση

Η Άννα σε μια συνεδρία έφερε το εξής όνειρο: "Ήμουν με το Γιώργο –ένα φίλο μου- σε ένα παράξενο μέρος... υπήρχε κάτι απόκοσμο, εξωγήινο... κάποιες στιγμές το τοπίο άλλαζε, γινόταν κάτι σαν ζούγκλα. Φοβόμουν... ένιωθα ότι ήταν επικίνδυνα... Στηριζόμουν όμως στο Γιώργο... ένιωθα ότι μπορούσε να με προστατεύσει... παρόλα αυτά φοβόμουν. Κάποια στιγμή διαπίστωσα με τρόμο ότι ο Γιώργος είχε εξαφανιστεί... ότι ήμουνα μόνη μου... ένιωσα πανικοβλημένη. Ξύπνησα και ένιωσα αμέσως ανακούφιση... ευτυχώς ήταν ένα όνειρο"¨.

Η Άννα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Κάποια στιγμή ζήτησα συνειρμούς. Είπε ότι της θυμίζει την ιστορία της και όλα εκείνα που ένιωθε μικρή, όταν ο πατέρα της χώρισε από τη μητέρα της και έφυγε από το σπίτι για να ζήσει με μια άλλη γυναίκα. Θυμόταν πόσο φοβισμένη και πόσο θλιμμένη ένιωθε... όλα της φαίνονταν δύσκολα... πώς θα τα κατάφερναν; Το κλίμα στη συνεδρία ήταν βαρύ, η Άννα φαινόταν έτοιμη να κλάψει. "Ένιωθα διαφορετική... παιδί με ειδικές ανάγκες", συνέχισε, "όλα τα άλλα παιδιά... οι συμμαθητές μου... είχαν και τους δύο γονείς... δεν μπορούσα με τίποτα να το πάρω απόφαση πως ο πατέρας μου μας είχε εγκαταλείψει".

Όλοι αυτοί οι συνειρμοί περιγράφουν τους φόβους και τη θλίψη της Άννας για το τραύμα του παρελθόντος και για την εγκατάλειψη την οποία βίωσε. Θα πρέπει να πω ότι όλο αυτό το υλικό ήρθε σε μια συνεδρία πριν τις διακοπές του καλοκαιριού. Σκέφτηκα λοιπόν ότι η Άννα, με όσα έλεγε, αναφερόταν και στα συναισθήματά της για την εγκατάλειψη που βίωνε από εμένα. Ταλαντεύτηκα για λίγο τι να της πω, πώς να ερμηνεύσω. Είχα την ευκαιρία, από τη μια, να της δείξω κάποια σημαντική πλευρά της αναλυτικής σχέσης και των συναισθημάτων που συνδέονταν μαζί της. Όμως από την άλλη, δεν μπορούσα να παραβλέψω ότι όταν στο παρελθόν έκανα άμεσες ερμηνείες που αφορούσαν την αναλυτική σχέση, η Άννα τις βίωνε σαν επιθέσεις. Έμεινα για λίγο διστακτικός. Τελικά αποφάσισα. "Πρέπει να είναι πολύ σκληρό.. για ένα μικρό παιδί... να αναγκάζεται να απομακρυνθεί από τον πατέρα του" είπα της Άννας, η οποία ξέσπασε σε κλάματα.

Σε λίγο είπε: "Ευτυχώς ήταν κοντά μας ο θείος μου, ο αδελφός της μάνας μου. Στηριζόμουν σε αυτόν, ήταν πάντα κοντά μας και βοηθούσε... χωρίς αυτόν δεν θα τα βγάζαμε πέρα". Μπορεί εδώ να παρατηρήσει κανείς ότι το μικρό σχόλιο που άκουσε η Άννα προκάλεσε μια μεταλλαγή, ένα μετασχηματισμό στο συναισθηματικό κλίμα και στους χαρακτήρες της συνεδρίας: από τον πατέρα που εγκαταλείπει στο θείο που είναι κοντά και βοηθάει.

Ο Bion (1963) είχε πει ότι οι ερμηνείες του αναλυτή θα πρέπει να έχουν μια επέκταση στο χώρο του μύθου, των αισθήσεων και του πάθους. Όπως είναι γνωστό ήταν αρκετά αινιγματικός και δεν πολυεξηγούσε αυτά τα οποία έλεγε. όσον με αφορά πάντως, την παραπάνω διατύπωση την καταλαβαίνω ως εξής: Οι ερμηνείες θα πρέπει να έχουν μια επέκταση στο χώρο του μύθου (με την μπιονική έννοια ) , δηλαδή θα πρέπει να αναδεικνύουν ορισμένες ιστορίες και αφηγήσεις οι οποίες αποτελούν τμήματα του γενικότερου προσωπικού μύθου του ασθενούς . Θα πρέπει να έχουν μια επέκταση στο χώρο των αισθήσεων, με την έννοια ότι αυτό που λέει ο αναλυτής θα πρέπει να μπορεί ο αναλυόμενος να το "νιώσει", να το "δει", να το "αγγίξει" – με άλλα λόγια, οι ερμηνείες θα πρέπει να πηγάζουν από το κλίμα της συνεδρίας και όχι από θεωρίες. Τέλος, οι ερμηνείες θα πρέπει να έχουν μια επέκταση στο χώρο του πάθους, να παραπέμπουν δηλαδή σε έντονες συγκινήσεις, δυνατά συναισθήματα.

Θα ήθελα να πω και κάτι ακόμη εδώ. Μετά την ερμηνεία, κάποια στιγμή ο αναλυόμενος θα μιλήσει, θα κάνει κάποιο σχόλιο. Αυτό το τελευταίο θα μπορούσε βεβαίως να θεωρηθεί ότι έχει τις πηγές του στις ασυνείδητες συγκρούσεις ή στο παρελθόν του αρρώστου. Όμως, από μια άλλη άποψη, θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι αποτελεί ένα είδος απάντησης στην ερμηνεία. Από αυτή την τελευταία σκοπιά, οι απαντήσεις του ασθενούς λειτουργούν σαν πυξίδα που προσανατολίζει συνεχώς τον αναλυτή και του δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο ασθενής βιώνει τις ερμηνείες του (Nissim, 1984).

Ας ξαναγυρίσουμε στην Άννα. Προχωρώντας η συνεδρία, μόνη της η ασθενής αναφέρθηκε κάποια στιγμή στην αναλυτική σχέση λέγοντας - με πολύ πιο συγκροτημένο τρόπο τώρα - ότι πλησιάζουν οι διακοπές, ότι θα την αφήσω και εγώ και ότι θα μείνει πάλι μόνη της. "Δεν πειράζει όμως", συνέχισε, "ένας μήνας είναι, δεν θα αργήσει να περάσει".

Από ό,τι φαίνεται, αν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες στη συνεδρία και ο ασθενής βιώσει ότι ο αναλυτής είναι σε θέση να συντονιστεί με αυτό που νιώθει ο ίδιος, ενισχύεται η ψυχική του συνοχή και κάποιες φορές μπορεί να προχωρήσει στις ερμηνείες από μόνος του.

Σε αυτά που περιέγραψα έγινε μια –προσωρινή- αλλαγή στον ψυχισμό της Άννας, αλλά φυσικά το συνολικότερο θέμα της εγκατάλειψης δεν έπαψε να υπάρχει. Στην πρώτη συνεδρία μετά τις διακοπές είπε: "Δεν ξέρω αν πέρασα καλά ή άσχημα. Από όλα είχε ο μπαξές. Εκεί που πήγαμε η αδελφή μου (έχει μια αδελφή τρία χρόνια μικρότερή της) κάτι έφαγε και έπαθε δηλητηρίαση". "Ήταν φοβερό", συνέχισε, "ζαλιζόταν και έκανε συνεχώς εμετό... την πήγαμε στο νοσοκομείο του νησιού... πάρα πολύς κόσμος... είμαστε στριμωγμένοι και εγκαταλελειμμένοι σε ένα διάδρομο... δεν ξέρω πόσες ώρες πέρασαν για να ασχοληθεί κάποιος μαζί της". Σκεφτόμουν ότι, από μια ορισμένη σκοπιά, όσα έλεγε η Άννα αναφέρονταν όχι μόνο στην αδελφή της αλλά και στην ίδια. Ναι μεν κάποια πράγματα πήγαν καλά ("από όλα είχε ο μπαξές"), αλλά δεν κατάφερε να "χωνέψει" το θέμα των διακοπών, έπαθε "δηλητηρίαση". Ένιωσε ότι έμεινε για πολύ καιρό μόνη της μέχρι να ξανάρθει στην ανάλυση και να ασχοληθεί κάποιος μαζί της. Μιας που μόνη της αναφέρθηκε πριν τις διακοπές στην αναλυτική σχέση, σκέφτηκα να παρακάμψω το "μύθο" της και να ερμηνεύσω αυτά που είπε για την αδελφή της, φέρνοντάς τα στην ίδια και στη σχέση της μαζί μου. Έτσι και έκανα. Η Άννα δεν είπε τίποτα, έκανε μόνο ένα "χμμ" που έμοιαζε με ένα είδος ευγενικής αποδοκιμασίας. Μετά από λίγο , με φωνή που έδειχνε κάποια απογοήτευση , είπε : "Ο γιατρός που εδέησε να τη δει μετά από πολλές ώρες δεν την εξέτασε καν. Ήταν πολύ βιαστικός και εκνευρισμένος. Της είπε μια κουβέντα, της έγραψε κάποια φάρμακα, αλλά δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά μαζί της... δεν ξέρω... ίσως είχε πολλή δουλειά".

΄Όπως είπα πριν , το σχόλιο της ασθενούς – πέραν των όποιων άλλων νοημάτων – θα μπορούσε να θεωρηθεί και μια απάντηση στην ερμηνεία . Τι συνέβη λοιπόν σε αυτή τη συνεδρία ; Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία που έκανα ήταν σωστή. Φαίνεται όμως πως αυτό δεν είναι πάντα αρκετό. Ο αναλυτής χάνει την επαφή με τον αναλυόμενο όχι μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν καταλαβαίνει ή δεν ερμηνεύει κάτι. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και όταν ερμηνεύει πάρα πολύ και κυρίως όταν αυτό γίνεται σε λάθος χρόνο. Εκ των υστέρων θα μπορούσα να πω ότι πριν ερμηνεύσω στη μεταβίβαση, θα έπρεπε να ασχοληθώ περισσότερο με την ιστορία που έφερνε εκείνη στη συνεδρία –με το μύθο της- στο επίπεδο όπου την τοποθετούσε η ίδια. Ορισμένες πρόωρες μεταβιβαστικές ερμηνείες οι ασθενείς δεν τις αντιλαμβάνονται σαν τέτοιες. Μάλλον αντιλαμβάνονται ότι ο αναλυτής θεωρεί ασήμαντα αυτά τα οποία λένε και ότι δεν θέλει να ασχοληθεί μαζί τους (Nissim, 1984). Με άλλα λόγια, αν ο αναλυτής δεν ξεκινήσει από μια ενσυναισθητική θέση και ερμηνεύσει αμέσως με βάση τις θεωρίες του, είναι πιθανό να βιωθεί σαν κάποιος ο οποίος, επειδή έχει πολλή δουλειά, βιάζεται και θεωρητικολογεί και με αυτό τον τρόπο, αποφεύγει να έρθει σε ουσιαστική επαφή με τις αφηγήσεις και τα συναισθήματα του αρρώστου.

Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έκανα μια αύξηση στην αμοιβή που έπαιρνα από την Άννα. Όταν ήρθε για την επόμενη συνεδρία ήταν πολύ αγχωμένη και θυμωμένη. "Είναι απαίσιοι και άσχετοι", είπε, "δεν τους μπορώ άλλο... θέλουν να δουλεύω όλο και περισσότερο. Δουλεύουμε τόσα άτομα εκεί, από εμένα ζητάνε όλο και πιο πολλά. Είναι καιρός τώρα που η Ελένη (συνάδελφός της, αρχαιότερη από την Άννα στη δουλειά, η οποία κατά κάποιο τρόπο επόπτευε την εργασία της ασθενούς μου) μου ζητάει συνεχώς περισσότερα... θα την αρπάξω και θα τη φορτώσω σκαμπίλια... δεν τους αντέχω άλλο... μου φαίνεται ότι θα σηκωθώ και θα φύγω".

Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να κάνω κάποιες σκέψεις πάνω στην τεχνική. Ποιο είναι το ασυνείδητο νόημα των όσων λέει η ασθενής; Από μια άποψη, αυτό το υλικό παραπέμπει στο ιστορικό παρελθόν της Άννας και σε όλα εκείνα που ένιωθε πως της ζητούσαν όταν ήταν μικρή. Από μια άλλη άποψη, νομίζω πως μιλάει για το θυμό της απέναντι σε μένα για την αύξηση που της έκανα. Αν αυτό το τελευταίο το ερμήνευα άμεσα λέγοντάς της, για παράδειγμα, "νομίζω πως είστε θυμωμένη μαζί μου λόγω της αύξησης και θέλετε να με δείρετε και να σηκωθείτε να φύγετε" είναι πιθανό ότι θα έφερνα στην επιφάνεια πρωτόγονα άγχη, τα οποία η Άννα δεν θα ήταν σε θέση να αντέξει και τα οποία θα αναγκαζόταν να αποβάλλει. Οπότε, έχοντας στο μυαλό μου τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσε στις άμεσες μεταβιβαστικές ερμηνείες ,  αποφάσισα να μην παρακάμψω το μύθο της, να κινηθώ κατ' αρχάς σε ένα ενδιάμεσο, μεταβατικό χώρο ανάμεσα σε αυτά που έλεγε εκείνη και σε αυτά που σκεφτόμουν εγώ, να επεξεργαστώ πρώτα σε αυτό το πλαίσιο τα θέματά της και μετά να δω τι θα κάνω με την ερμηνεία της μεταβίβασης. Της είπα: "Φαίνεται πως είναι δύσκολο να μην εξοργίζεται κάποιος... όταν του ζητούν όλο και πιο πολλά". "Μα είναι δυνατόν;" απάντησε η Άννα, "είναι απαράδεκτοι... δεν μπαίνουν καν στον κόπο να ρωτήσουν... δεν τους νοιάζει καθόλου αν μπορώ ή αν θέλω να δουλέψω περισσότερο... ενδιαφέρονται μόνο για αυτό που θα πάρουν εκείνοι". "Ενδιαφέρονται μόνο για αυτό που θα πάρουν εκείνοι" επανέλαβα. "Αν δεν τους είχατε ανάγκη... πολύ θα θέλατε να τους σκαμπιλίσετε και να σηκωθείτε να φύγετε". "Έτσι είναι, χρειάζομαι το μισθό που μου δίνουν" απάντησε η Άννα. "Είναι απαράδεκτοι όμως", συνέχισε, "θέλουν να βγάζουν από τη μύγα ξύγκι". Σε αυτό το σημείο έκρινα σκόπιμο να κάνω μια αναφορά στο παρελθόν της. "Θυμίζει κάτι από παλιά όλη αυτή η ιστορία;" τη ρώτησα. "Πάντα έτσι γινόταν", είπε, "η αδελφή μου ήταν μικρή, ήμουνα η μεγαλύτερη, συνέχεια από εμένα ζητούσαν". Συνέχισε να μιλάει για το θυμό της για όλη αυτή την κατάσταση. Εγώ προσπαθούσα να παραμείνω συντονισμένος με αυτά τα οποία έλεγε και να κάνω ανοιχτά, μεταβατικά σχόλια που υπογράμμιζαν την οργή της απέναντι σε όσους ζητούν ή ζητούσαν πάρα πολλά, χωρίς να ορίζω με στενό, μονοσήμαντο τρόπο ποιοι είναι όλοι αυτοί. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι το όλο θέμα ήταν επαρκώς επεξεργασμένο και ότι η Άννα ήταν σε θέση να "ακούσει", να δεχθεί και να αφομοιώσει μια ερμηνεία στη μεταβίβαση, οπότε της είπα: "Ξέρετε... σκέφτομαι ότι και εγώ σας ζήτησα περισσότερα. υποθέτω ότι θα είστε θυμωμένη και με μένα". Ξαφνιάστηκε για λίγο. "Ναι", απάντησε μετά με κοφτό τρόπο, "είμαι θυμωμένη και με σας. Τι νομίζατε, εσείς θα γλιτώνατε;"

Συνέχισε να μιλάει για λίγο για αυτό το θυμό. Προς το τέλος της συνεδρίας απάντησε στην παραπάνω ερμηνευτική προσέγγιση μιλώντας για κάποιες διαφορετικές πλευρές της σχέσης  με τον πατέρα της. "Θα ήθελα να σας πω... δεν έχω μιλήσει μέχρι τώρα για αυτό, αλλά υπήρχαν και καλές στιγμές με τον πατέρα μου... όταν βρισκόμαστε και τα λέγαμε... πολλές φορές ένιωθα ότι μπορούσε να με καταλάβει".

Ο αναλυτής μπορεί, έχοντας κατά νου φυσικά το μεταβιβαστικό νόημα, να μείνει σε μια πρώτη φάση και να μιλήσει στο επίπεδο και στη γλώσσα που μιλάει ο αναλυόμενος. Όλο αυτό μπορεί να είναι μια συνειδητή κίνηση, η οποία κάποιες φορές θα του δώσει τη δυνατότητα να "συναντήσει" τον ασθενή στο σημείο όπου εκείνος βρίσκεται. Από αυτό το σημείο είναι πολύ πιο εύκολο μετά να ερμηνεύσει τη μεταβίβαση και να συμβάλλει σε μορφές επίγνωσης που αναπτύσσονται με αβίαστους τρόπους.

Ο ασθενής φέρνει στις συνεδρίες διάφορα θέματα. Ο αναλυτής δεν έχει μόνο την επιλογή να απομυθοποιήσει με συνοπτικές διαδικασίες την αφήγηση του αρρώστου, δίνοντας μια - ανυπόμονη - ερμηνεία του τύπου "αυτό που λέτε σήμερα σημαίνει ότι...". Σύμφωνα με την Guignard –αναφέρεται από τον Ferro (2004)- κάποιες ερμηνείες λειτουργούν σαν "τάπες": ταπώνουν το υλικό του αρρώστου και δεν το αφήνουν να αναπνεύσει και να αναπτυχθεί. Οπωσδήποτε όμως υπάρχουν και άλλες επιλογές. Όπως , για παράδειγμα , να δώσει χώρο ο αναλυτής στην αφήγηση του αρρώστου, στο επίπεδο όπου εκείνη τοποθετείται, δίνοντάς της έτσι τη δυνατότητα να εμπλουτιστεί και να αποκτήσει σχήμα και χρώμα, ξέροντας βέβαια ότι υπάρχουν και άλλα νοήματα, τα οποία την κατάλληλη στιγμή θα ερμηνεύσει.

Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή ; Είναι η στιγμή κατά την οποία θα έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες που επιτρέπουν και προωθούν την αφομοίωση ασυνείδητου, άγνωστου, αγχογόνου υλικού. Θα προσπαθήσω να γίνω πιο σαφής. Ανάμεσα στη συγκινησιακή εμπειρία του αρρώστου και στη δυνατότητά του να τη σκεφτεί αναπτύσσεται μια σχέση που ακολουθεί τη δυναμική του μοντέλου του περιέκτη και του περιεχομένου ( Bion 1962). Ο ασθενής βιώνει τραυματικά - και άρα αναγκάζεται να αποβάλλει - τη συγκινησιακή εμπειρία του (περιεχόμενο), αν αυτή είναι τόσο επώδυνη ώστε να υπερβαίνει την ικανότητά του να τη σκεφτεί (περιέκτης , περιέχουσα λειτουργία).

Πράγμα που σημαίνει πως είναι απαραίτητο να προϋπάρξει η δημιουργία, η ενίσχυση και η διεύρυνση του περιέκτη , γιατί μόνον έτσι μπορούν να υπάρξουν και να αναπτυχθούν τα περιεχόμενα με συγκροτημένους, μη καταστροφικούς τρόπους.

Ο Bion (1962) τόνισε ότι ο περιέκτης αναπτύσσεται όταν δημιουργείται ένα πλέγμα, ένα δίκτυο συναισθημάτων. Και ο Ferro (1996) συμπλήρωσε ότι αυτό το δίκτυο δημιουργείται ανάμεσα στον αναλυόμενο και τον αναλυτή, όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να συντονιστεί στο συναισθηματικό μήκος κύματος του αρρώστου. Και πρόσθεσε ότι αν ο αναλυτής, σε αυτές τις συνθήκες, διαθέτει τις απαραίτητες αρνητικές ικανότητες - τις ικανότητες δηλαδή να αντέχει την αμφιβολία, τη σύγχυση και το μυστήριο - τότε το περιεχόμενο κάποια στιγμή θα ξεπηδήσει και θα μορφοποιηθεί.

Η κατάλληλη στιγμή, λοιπόν, έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός εσωτερικού χώρου, ενός περιέκτη που μπορεί να δεχθεί ερμηνείες, συναισθήματα και σκέψεις. Αν δεν υπάρχει αυτός ο χώρος και οι ερμηνείες υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες του αρρώστου να τις κρατήσει και να τις επεξεργαστεί, τότε είναι πιθανό ο αναλυτής και η ερμηνευτική του δραστηριότητα να βιωθούν με καταδιωκτικούς όρους. Μια τέτοια συνθήκη πιέζει αφόρητα τις ψυχικές δομές και τις λειτουργίες του ασθενούς και δεν του επιτρέπει μια πραγματικά ενεργητική συμμετοχή στη θεραπευτική διαδικασία.

Κατά συνέπεια, η απομυθοποίηση του υλικού που έρχεται στις συνεδρίες θα πρέπει να σέβεται τους ρυθμούς του αρρώστου. δηλαδή - χωρίς αυτό βέβαια να αποτελεί έναν απόλυτο, απαράβατο κανόνα - , στις πιο πολλές περιπτώσεις θα πρέπει να γίνεται προοδευτικά, περίπου όπως γίνεται η αποσυμπίεση στους δύτες. Αν δεν υπάρξει σεβασμός των ενδιάμεσων σταδίων και των αμυνών είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν προβλήματα.

Από την άλλη, οι ερμηνείες δεν θα πρέπει να υπολείπονται των δυνατοτήτων του ασθενούς να τις αφομοιώσει και να τις σκεφτεί.  Είναι λοιπόν προφανές πως το όλο θέμα είναι αρκετά περίπλοκο. Δεν μπορούμε να έχουμε μια μονοδιάστατη, ίδια σε όλες τις περιπτώσεις, ερμηνευτική τακτική. Θα πρέπει να είμαστε σε θέση να κινηθούμε σε διάφορα επίπεδα. Θα υπάρξουν στιγμές που οι ερμηνείες μας θα πηγάζουν από την ενσυναισθητική συμμετοχή στην εμπειρία του αρρώστου. Και βέβαια θα υπάρξουν και άλλες στιγμές που, σαν παρατηρητές, θα ερμηνεύσουμε το περιεχόμενο ή τη μεταβίβαση. Και θα υπάρξουν και άπειρες στιγμές κατά τις οποίες θα κινηθούμε σε ενδιάμεσες περιοχές. Το όλο θέμα λοιπόν δεν είναι απλό. Διαθέτουμε όμως τα εργαλεία που μπορούν να μας βοηθήσουν να προσανατολιστούμε. Όπως προανέφερα, οι απαντήσεις που δίνει ο ασθενής μετά τις ερμηνείες λειτουργούν σαν πυξίδα ή -με άλλους , μυθολογικούς όρους - σαν ζωντανός μίτος της Αριάδνης, που υποδεικνύει συνεχώς τον τρόπο και τον δρόμο όπου θα πρέπει να κινηθούμε.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Bion, W.R. (1962): Learning from Experience. London: Heinemann.

Bion, W.R. (1963): Elements of Psychoanalysis. London: Heinemann.

Civitarese, G. (2005): Fire at the theatre: (Un)reality of/in transference and interpretation. Int. J. Psychoanal., 86: 1299-1316.

Di Chiara, G. (2002): Curare con la Psicoanalisi. Percorsi e Strategie. Milano: Raffaello Cortina.

Ferro, A. (1996): Teoria e Tecnica nella Supervisione Psicoanalitica. Seminari Clinici di San Paolo. Milano: Raffallo Cortina, tr. ital., 2000.

Ferro, A. (2004): Interpretation: signals from the analytic field and emotional transformations. Int. Forum Psychoanal., 13: 31-38.

Ferro, A. (2006): Tecnica e Creativita. Il Lavoro Analitico. Milano: Raffaello Cortina.

Freud, S. (1900): The interpretation of dreams. S.E., 4 and 5: 1-625.

Freud, S. (1912): Recommendations to physicians practicing psychoanalysis. S.E., 12: 109-120.

Hoffman, I.Z. (1998): Poetic transformations of erotic experience. Psychoanal. Dial., 8(5): 791-804.

Lichtenberg, J.D., Lachman, F.M., and Fosshage J.L. (1996): The Clinical Exchange. Techniques Derived from Self and Motivational Systems. Hillsdale, NJ: Analytic Press.

Loewald, H.W. (1980): Papers on Psychoanalysis. New Haven and London: Yale Univ. Press.

Nissim Momiglano, L. (1984): Due persone che parlano in una stanza. Rivista di Psicoanalisi, 30: 1-17.

Potamianou, A. (1985): The personal myth. Points and counterpoints. Psychoanal. Study Child., 40: 285-296.

Stolorow, R.D., Brandchaft, B., and Atwood, G.E. (1987): Psychoanalytic Treatment. An Intersubjective Approach. Hillsdale, N.J.: Analytic Press.

 

          

Free business joomla templates