HomeΨηφιακή ΒιβλιοθήκηΆρθραΆρθρα (Ελληνικά)César Botella: Η πρωταρχική εξελιξιμότητα της ψυχανάλυσης. Θεωρητική διαποικίληση και ενοποιητική τάση. Διάλογος με τον Jorge Canestri.

César Botella: Η πρωταρχική εξελιξιμότητα της ψυχανάλυσης. Θεωρητική διαποικίληση και ενοποιητική τάση. Διάλογος με τον Jorge Canestri.

 

 

 

 

 

Η πρωταρχική εξελιξιμότητα της ψυχανάλυσης.

Θεωρητική διαποικίληση και ενοποιητική τάση.

Διάλογος με τον JorgeCanestri.

                                                                         César BOTELLA*

                                                                                          “Η ψυχανάλυση si farà da sé ”

                                                                                                               Sigmund Freud[1]

                                                        

                                                                                 Στη μνήμη των συγγραφέων του

                                                                                   “Λεξιλογίου της Ψυχανάλυσης”,

                                                                                  Jean Laplancheκαι J.- B. Pontalis[2].

 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

       Η διάλεξή μου και ο διάλογος με τον Jorje Canestri έλαβαν χώρα στις 30 Μαΐου 2015 στην Ψυχαναλυτική Εταιρεία των Παρισίων (SPP). Αυτό το κείμενο έμεινε στη μορφή της διάλεξης. Ευχαριστώ τον Jorje Canestri που δέχτηκε χωρίς δισταγμό αυτόν τον διάλογο. Οι ιδιαιτερότητες της ψυχανάλυσης, για τις οποίες γίνεται λόγος σε αυτή τη συνάντηση, τον παθιάζουν εδώ και πολύ καιρό. Αφιερώνει σε αυτές πολλές δραστηριότητες, κυρίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας της Ψυχανάλυσης (FEP) και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης (IPA). Για τον σημερινό διάλογο δούλεψα κυρίως δύο από τις δημοσιεύσεις του: μια ήδη παλιά, αλλά πάντα επίκαιρη, τη συμμετοχή του στο Διεθνές Συμπόσιο για την Έρευνα στην Ψυχανάλυση, που έλαβε χώρα στη Φρανκφούρτη το 2002. Και μια πιο πρόσφατη, του Μαρτίου του 2015, στο συνέδριο της FEP, Η Ψυχανάλυση το 2025. 

       Το κύριο θέμα των ανταλλαγών μας αναφέρεται στην ψυχαναλυτική μέθοδο, όπως μας την κληροδότησε ο Freud. Το 2011, δημοσίευσα μια εργασία “ Σχετικά με τους περιορισμούς της φροϋδικής μεθόδου” (Botella C., 2011), που κατέληγε στο ότι η μέθοδος είναι έγκυρη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή παραμένει στο πεδίο των ψυχονευρώσεων, αλλά είναι ανεπαρκής για τις οργανώσεις που χαρακτηρίζονται ως οριακές. Έπειτα, το 2014, προσπάθησα να διευρύνω τη μέθοδο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αντιμετωπίσει θεραπευτικά τις μη-ψυχονευρωτικές- οργανώσεις. Εν συντομία, περιέγραφα την προσπάθεια να προστεθεί στην ισομερώς διάχυτη προσοχή του αναλυτή ένα απαραίτητο συμπλήρωμα για την ανάλυση των οριακών περιπτώσεων: η ισομερώς διάχυτη προσοχή εξίσου αντιληπτική (Botella, C. 2014).

       Αυτές οι σκέψεις και οι προτάσεις, που αφορούσαν αποκλειστικά την ψυχαναλυτική πρακτική, χρειάζονταν να προεκταθούν και να συμπληρωθούν από την αντιπαράθεσή τους με αυτό το τεράστιο και δύσκολο πρόβλημα που στοιχειώνει την ψυχανάλυση: τον θεωρητικό πλουραλισμό και τη διαποικίληση των πρακτικών που επιφέρει.

       Θα αναπτύξω τις σκέψεις μου σε δύο κύρια κεφάλαια. Το πρώτο, Σκέψεις πάνω στην ποικιλία των ψυχαναλυτικών θεωριών. Το δεύτερο: Ποια προοπτική εξέλιξης για την ψυχανάλυση;

 

                              

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 I – Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΙΚΙΛΟΜΟΡΦΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΑΛΥΤΙΚΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ.

       Ανάμεσα στο 1895, ημερομηνία που θεωρείται γενικότερα ως η εμφάνιση των βάσεων της ψυχαναλυτικής σκέψης στον Freud, και σήμερα, το 2015, εκατόν είκοσι χρόνια πέρασαν, κατά τη διάρκεια των οποίων, όχι μόνο ο Freud εξέλιξε και έχτισε μια πολύ σύνθετη θεωρία, η οποία απαιτεί μια καθόλου αμελητέα επιμονή για να την συλλάβει κάποιος, αλλά ακόμα συγγραφείς και οι διαφορετικές θεωρίες τους, συχνά αντιφατικές, διαδέχθηκαν η μία την άλλη σε έναν τέτοιο ρυθμό, σε μια τόσο μεγάλη ένταση, που οι νεόκοποι ψυχαναλυτές βρίσκονται μπροστά σε ένα θεωρητικό δάσος όπου κινδυνεύει κανείς να χαθεί. “Το τελευταίο λάθος λέγεται λοιπόν αλήθεια” (Freud, S. 1933a, p.258).

       Ο πειρασμός είναι μεγάλος να παρομοιάσει κανείς την ψυχανάλυση του 2015 με τον πύργο της Βαβέλ, αυτόν του πίνακα του Peter Brueghel, όπου, ο πύργος ορθωμένος προς τον ουρανό, μοιάζει να είναι μια παράλογη κατασκευή, δίνοντας την αίσθηση μιας διαρκούς ατέλειας· η απεικόνιση της αποτυχίας μιας φιλοδοξίας: αυτής του ανθρώπου να φτάσει τους θεούς. Η σύγχυση των γλωσσών, η ασυνεννοησία μεταξύ των κατασκευαστών, τους οδηγεί στην αδυναμία να ολοκληρώσουν με επιτυχία το έργο τους, ξεφεύγοντας σε ένα “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”, μαζί με ένα “ο καθείς για τον εαυτό του”, αδιαφορώντας για το κοινό έργο, που θα εξελιχθεί εν αγνοία τους προς ένα αβέβαιο πεπρωμένο.

     Σήμερα, οι ψυχαναλυτές τείνουν να αγκιστρώνονται σε μια προκαθορισμένη αντίληψη, αυτή της χώρας τους, της ψυχαναλυτικής εταιρείας τους, και κωφεύουν σε άλλες διαλέκτους τις οποίες καταδικάζουν για να νιώθουν ασφαλείς στις πρακτικές που έμαθαν από τους δασκάλους τους. Αλλά, καθώς κάθε πρακτική αποδεικνύεται αβέβαιη, φοβάται κανείς τις αποτυχίες. Ή χειρότερα, αυτό που ενώ είχε την όψη μιας επιτυχίας, να αποβαίνει, αργότερα, ανεπιβεβαίωτο και συζητήσιμο. Από αυτή την άποψη είναι παραδειγματική η αποτυχία της ανάλυσης του Ανθρώπου με τους λύκους, ενώ ο Freud βεβαίωνε την απόλυτη επιτυχία της όταν ολοκληρωνόταν τον Ιούλιο του 1914. Ατυχής αποτυχία της πρώτης ψυχανάλυσης που ανακουφίζει τους μεταφροϋδικούς αναλυτές του μέλλοντος, παρακινώντας άλλους να απομακρυνθούν από αυτή.

       Τόσο αβέβαιη η ψυχανάλυση, σε σημείο που πρώτος ο Freud συμβούλευε τους αναλυτές σε ένα πολύ σημαντικό άρθρο του 1937 (Freud 1937c), να αναλύονται ξανά κάθε πέντε χρόνια. Και σήμερα ακόμα, παρόλο που οι αναλύσεις δεν είναι πια τόσο σύντομες, μπορούν να διαρκούν πολλά χρόνια, η ανάγκη “φετών”[3] ανάλυσης θεωρείται από πολλούς προφανής, ως σαν να την καλεί η φύση του ψυχισμού. Ιδέα που προστατεύει τον αναλυτή χάρη σε μια άρνηση της ευθύνης του, ακόμα και της ανικανότητάς του. Η κοινότητα σε άρνηση (Michel Fain) είναι συχνή.

       Εν ολίγοις, η περηφάνια των πρώτων αναλυτών, που πίστευαν ότι κατείχαν ένα εργαλείο κατανόησης του κόσμου δεν μοιάζει να ισχύει σήμερα. Σε αυτά προστίθεται το γεγονός ότι η κοινωνία σήμερα συγκρατεί από την ανάλυση μόνο την εικόνα δύο υποκειμένων, εκ των οποίων το ένα, ο αναλυτής, καθισμένος σε μια πολυθρόνα, ακούει, αλλά ξεφεύγει του βλέμματος του άλλου, του ξαπλωμένου αναλυόμενου. Ξεγελασμένη από τη μαγευτική δράση της διάταξης ντιβάνι-πολυθρόνα, η κοινωνία δεν είναι σχεδόν καθόλου ευαίσθητη στο θεωρητικό περιεχόμενο, στον βαθμό, που αν οι ψυχαναλυτές είναι διαιρεμένοι οι ίδιοι από τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις, η κοινωνία, αντίθετα, είναι πρόθυμη να τις δεχτεί όλες, χωρίς διάκριση, καθώς ονοματίζεται ψυχανάλυση με τη στενή έννοια ό,τι δείχνει αυτή τη διάταξη ντιβάνι-πολυθρόνα. Είναι ίσως δύσκολο να το παραδεχτούμε, αλλά αναγκαζόμαστε να διαπιστώσουμε ότι ο όρος “ψυχανάλυση” δεν ανήκει πια στους ψυχαναλυτές.

       Η ιστορία της ψυχανάλυσης φέρει το ναρκισσιστικό τραύμα των ψυχαναλυτών, οι οποίοι νομίζοντας ότι κατέχουν μια γνώση που τους τοποθετεί πάνω από τους άλλους, συσσώρευσαν απογοητεύσεις και αποτυχίες που όλο και εντείνονταν με το πέρασμα των χρόνων. Εξ ’ου και οι μεγάλες προσπάθειες να αναγνωριστεί ο επιστημονικός χαρακτήρας της ψυχανάλυσης. Εξ ’ου και η ταύτιση με τις φυσικές επιστήμες, των οποίων η “επιστημονική” ποιότητα αναγνωρίζεται από την συνέπεια της έρευνάς τους. Προστρέχοντας σε αυτό το μοντέλο, μεγάλος αριθμός αναλυτών ελπίζουν να βγάλουν την ανάλυση από τη Βαβέλ της πολυμορφίας των θεωριών. Μόνο που το πρόβλημα είναι κάθε άλλο παρά απλό, καθώς μπερδεύεται σε αυτό, επιδεινώνοντας το τραύμα, η ιδιαίτερη σχέση που έχει κάθε αναλυτής με τον Freud, με τη δημιουργική του δύναμη. Αμφίθυμη σχέση, δύσκολη να επιλυθεί σε πολλούς, μίγμα αποδοχής, ακόμα και υποταγής στον δάσκαλο· και το αντίθετο της: ναρκισσιστική εξέγερση εναντίον του. Σε αυτά προστίθεται και η σχέση κάθε αναλυτή με τον δικό του αναλυτή και με τη δική του ψυχανάλυση. Η επιθυμία του να κάνει έρευνα μπορεί να κινητοποιείται, μεταξύ άλλων κινήτρων, και από την ελπίδα του να πάει πιο μακριά στη γνώση του εαυτού του. Ο Winnicott (Winnicott 1947) το λέει σε ένα από τα πρώτα του κείμενα, “Το μίσος στην αντιμεταβίβαση”: “η έρευνα στην ψυχανάλυση είναι πάντα, σε κάποιον βαθμό, μια απόπειρα να πάει κανείς την εργασία της ανάλυσης του πιο μακριά από όσο κατάφερε να το κάνει ο δικός του αναλυτής”. Θέση που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας, αφού ο Winniccott είχε ήδη κάνει δυο αναλύσεις όταν συνέταξε αυτές τις γραμμές. Την πρώτη με τον James Strachey, αναλυμένο από τον Freud και μεταφραστή του έργου του, τη δεύτερη με τη Joan Rivière, που είχε ξεκινήσει ανάλυση με τον Jones, της οποίας το μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα την οδήγησε στη Βιέννη για να κάνει μια δεύτερη ανάλυση με τον ίδιο τον Freud, η οποία θα γίνει με “εμφανή επιτυχία” (Mijolla, 2002). 

 

Σχετικά με την αναπόφευκτη ποικιλομορφία των θεωριών 

       Καταρχάς ένας ορισμός της έννοιας θεωρία. Θα χρησιμοποιήσω αυτόν του Gilles-Gaston Granger (Granger 2001): “Ένα σύνολο επίκαιρων και πιθανών διατυπώσεων, σύνολο κλειστό για κάποιες διαδικασίες “επαγωγής”. Κλείσιμο γενικά ατελές, αλλά που είναι με βεβαιότητα η επιθυμητή ιδιότητα που στοχεύουμε”.

       Ιδωμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, αρχή της θεωρίας είναι το να έχει πρόσβαση σε μια γνώση μέσω εννοιών που ηθελημένα είναι απογυμνωμένες, εν μέρει τουλάχιστον, από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Ήταν ένα από τα κίνητρα του Freud με την ελπίδα να τύχει αναγνώρισης από τον επιστημονικό κόσμο. Η Μεταψυχολογία του 1915 είναι ο ανθός αυτής της ελπίδας.

        Δια μακρόν, ένας τέτοιος ορισμός ταίριαζε στην ψυχανάλυση και αντιπροσώπευε ένα ιδεώδες για τους ψυχαναλυτές. Εντούτοις, στον Freud, το γνωρίζουμε, τίποτα δεν είναι απλό. Η πρώτη φράση της Μεταψυχολογίας είναι μια επίσημη προειδοποίηση:

       “Έχουμε συχνά ακούσει να διατυπώνεται η παρακάτω απαίτηση: μια επιστήμη πρέπει να χτίζεται πάνω σε βασικές έννοιες διαυγείς και ορισμένες. […] Οι πρόοδοι της γνώσης, όμως, δεν ανέχονται την ακαμψία στους ορισμούς. Όπως το διδάσκει με ηχηρό τρόπο το παράδειγμα της φυσικής, ακόμα και οι “βασικές έννοιες” που προσδιορίστηκαν από ορισμούς αλλάζουν διαρκώς περιεχόμενο (Freud,1915c, p.165)”.

       Έκτοτε, η επιστημονική στάση του Freud κατά τη διάρκεια του έργου του θα μπορούσε να συμπεριληφθεί σε μια απαίτηση: αυτή του να διευκολύνεται η πρόοδος των γνώσεων∙ για τον λόγο αυτόν αρνείται κάθε οριστικό ορισμό μιας έννοιας, επιλέγει κατά περίπτωση να την εγκαταλείψει, με καλύτερο παράδειγμα την έννοια της μορφολογικής παλινδρόμησης, η οποία, αφού προηγουμένως κατείχε μια κεντρική θέση, θα εξαφανιστεί στα γραπτά του μετά το 1917.

       Ο Freud δεν αρκείται στο κλασικό επιστημονικό μοντέλο, ανοίγει ένα πολύ πιο ευρύ πεδίο, που αργότερα θα συναντήσει, όπως θα δούμε, τη σύγχρονη επιστήμη. Έχει τη φιλοδοξία να περιγράψει την πολυπλοκότητα τόσο των επιπέδων, όσο και των διαδικασιών που συνιστούν την ψυχική ζωή. Εξ ’ου και αυτή η γνώση που αυξάνεται χωρίς τέλος από το 1895 έως το 1939, που αποτελεί τη σκέψη του. Αύξηση μιας ενότητας, της οποίας η πολυπλοκότητα δεν θα κατανοηθεί, δεν θα μπορέσει να κατανοηθεί από πολλούς μεταφροϋδικούς που θα επιχειρήσουν να την τεμαχίσουν, λαμβάνοντας υπόψη αυτό ή εκείνο μόνο το μέρος της. Εν ολίγοις, κάποιοι, και όχι οι λιγότερο σημαντικοί, αντιμετωπίζουν το φροϋδικό έργο ως μια διαδοχή θεωριών, δίνοντας προβάδισμα σε κάποια από αυτές τις στιγμές. Από αυτό προκύπτει και η σημερινή ποικιλομορφία της σύγχρονης ψυχανάλυσης.

 

Ποια λύση υπάρχει για να αντιμετωπιστεί ο θεωρητικός πλουραλισμός; Ας θυμηθούμε δύο τάσεις σε αντίθετες κατευθύνσεις :

    α) Να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεκτή η ύπαρξη πολλών ψυχαναλύσεων.

       Κατά τη διάρκεια ενός Διεθνούς Συνεδρίου της IPA, υποστηρίχτηκε η ιδέα ότι οι διαφορετικές κουλτούρες των διαφορετικών χωρών είναι υπεύθυνες για τις ψυχαναλυτικές επιμέρους κουλτούρες. Τονίζονταν πολιτισμικοί παράγοντες εις βάρος της καθολικότητας της ψυχανάλυσης. Κάποιοι θα καταλήξουν ότι πρέπει να το πάρουμε απόφαση και να δεχτούμε αυτή την πραγματικότητα και θα υπερασπιστούν, τότε, την ανάγκη να δηλώνεται η ύπαρξη πολλών ψυχαναλυτικών τρόπων. Θα διακρίναμε την ψυχανάλυση ανάλογα με τις θεωρίες (φροϋδική ψυχανάλυση, κλαϊνική, βιονική, λακανική…). Ακόμα να διακρίνουμε την ανάλυση λιγότερο από τη θεωρία, κυρίως από τον γεωγραφικό τόπο (γαλλική ψυχανάλυση, αγγλική, κλπ.).

       Οι διαφορετικές ψυχαναλύσεις θα έχουν σβήσει ΤΗΝ ψυχανάλυση. Και θα ακουστεί η συμβουλή σε έναν ασθενή: “Η πρώτη σας ανάλυση δεν έδωσε ικανοποιητικά αποτελέσματα…κάντε μια κλαϊνική...γουινικοττιανή...ή κλπ.”.

       Θα έλεγε κανείς ότι ακούει να μιλάει ο Βολταίρος (Βολταίρος, 1726) για “εξοργιστικές αντιπαλότητες”, τονίζοντας τις κοινωνικο-πολιτιστικές διαφορές ανάμεσα στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Πράγματι, στην ψυχανάλυση, όχι πολύ παλιά, υπήρχαν ακόμα “εξοργιστικές αντιπαλότητες”: θεωρία ή πράξη, αφαίρεση ή παρατήρηση, ενόρμηση ή σχέση αντικειμένου, ενδοψυχική πραγματικότητα ή διυποκειμενική, κλπ. Η γαλλική έρευνα, παραδείγματος χάρη, θα διεξαγόταν αποκλειστικά σε σχέση με τη μελέτη των θεωρητικών αρχών και, θα έτεινε, σύμφωνα με την επιθυμία του Jean Laplanche, προς “ένα μοντέλο κατασκευασμένο σε απόσταση από τα γεγονότα”, “μια μεταψυχολογία, της οποίας η 'μετά' θέση είναι όχι μόνο βεβαιωμένη, αλλά και βάσιμη”. Και αυτό σε τέτοιο βαθμό που μια τέτοια πολιτισμική γενεαλογία θα μπορούσε να υπάρξει αποκομμένη από την αναλυτική εμπειρία. Υπάρχουν ήδη, και όχι μόνο στη Γαλλία, ψυχαναλυτικές έρευνες που γίνονται από πανεπιστημιακούς που στοχεύουν στο δίπλωμα του “Διδάκτορα στην ψυχανάλυση”, που δημιουργήθηκε από τον Λαπλάνς, οι οποίοι πανεπιστημιακοί εγκαθίστανται επαγγελματικά και από τους οποίους δεν ζητήθηκε ποτέ να έχουν την εμπειρία μιας προσωπικής ανάλυσης.

    β) Η αντίθετη τάση: η ενοποίηση της ψυχανάλυσης με τη σύνθεση των θεωριών.

  • Η συγκριτική ψυχανάλυση: ο Roy Schafer (Schafer, 1983) και οι μαθητές του πρότειναν την ιδέα μιας συγκριτικής μελέτης των διαφορετικών θεωριών για να πατάξουν την βαβελοποίηση και ό,τι ακόμα ονόμαζαν “ενδογαμική απομόνωση”. Συσχετίζουν τη ποικιλομορφία των θεωριών με την ιδέα των “ψυχαναλυτικών σχολών”. Η καθεμία διαθέτει μια αξιόλογη βιβλιογραφία, που παρουσιάζει τα αποτελέσματα της εργασίας σημαντικών μελών που έχουν αναπτύξει τη δική τους ξεχωριστή οπτική της ψυχαναλυτικής αλήθειας, αλήθειας στηριζόμενης σε πειστικά επιχειρήματα και σε θεραπευτικά αποτελέσματα που εκ πρώτης όψεως είναι αδιαμφισβήτητα. Η πρόσφατη πρόταση της FEP, να φανταστούμε την ψυχανάλυση το 2025, μου θύμισε ένα παρόμοιο παλιότερο εγχείρημα. Ήταν κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου των γαλλόφωνων ψυχαναλυτών (CPLF) το 1998, στο οποίο ο Otto Kernberg, τότε πρόεδρος της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (IPA), φαντάστηκε τον λόγο αυτού που θα ήταν πρόεδρος της IPA σε τριάντα χρόνια, το 2028: “Η ανάπτυξη της ψυχανάλυσης θα βασίζεται και στην επιστήμη και στον πολιτισμό”. Ο Otto Kernberg φανταζόταν την αναγκαιότητα ενός ανοίγματος σε διεπιστημονικές έρευνες, “την ένταξη γνωσιακών και συμπεριφοριστικών μοντέλων” και “μεθόδους εμπειρικών ερευνών, που δεν θα προέρχονται απευθείας από την ψυχαναλυτική συνθήκη, την κλινική”. Αυτό θα μας οδηγούσε σε “μια νέα μορφή της ψυχανάλυσης”, που δεν θα απέδιδε στη σημερινή ψυχανάλυση κάτι άλλο πάρα την αξία “ενός ιστορικού υπόβαθρου”.

          Σήμερα βρισκόμαστε σε μια επιτάχυνση και έχουμε και την πολύ επίσημη εταιρεία Νευροψυχανάλυσης, ιδρυθείσα από μέλη της IPA. O Jorge Canestri παρουσίασε ένα κείμενο στην FEP που πραγματεύεται αυτό το δύσκολο πρόβλημα της ψυχανάλυσης και των νευροεπιστημών. Τις λεγόμενες “Αληθινές Διαβουλεύσεις” σύμφωνα με κανόνες όσο γίνεται πιο αντικειμενικούς. Προσπαθήσαμε να βρούμε συναινέσεις. Αλλά η ιδέα της συναίνεσης εφαρμόζεται στο δικό μας αντικείμενο; Είναι επιθυμητή; Είναι δυνατή;

        γ) Η μαθηματικοποίηση, η ενοποίηση μέσω ενός ανώτερου βαθμού αφαίρεσης.

           Ας αναφέρουμε, εν τη ρύμη, τις απόπειρες που έκαναν στην κατηγορία της μαθηματικοποίησης της ψυχανάλυσης ο Lacan και ο Bion.

 

 

II – ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

       Εδώ και κάποιες δεκαετίες, οι ψυχαναλυτές στράφηκαν στην έρευνα με την ελπίδα να βρεθεί μια επιστημονικότητα που να προσδιόριζε τι είναι και τι δεν είναι ψυχαναλυτικό. Ταυτόχρονα, [με την ελπίδα][4] να την κάνει να προχωρήσει [την ψυχανάλυση].

       Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρειες σε αυτό το τεράστιο ζήτημα. Απλώς, θα υπενθυμίσω κάποιες από τις τροπικότητες που θα μου επιτρέψουν κατόπιν να εκθέσω μια υπόθεση.      

       Εμπνεόμενη από το επιστημονικό μοντέλο, η I.P.A. δημιούργησε ήδη εδώ και κάποια χρόνια, μια Επιτροπή Διαρκούς Έρευνας στην Ψυχανάλυση (Standing Research Committee), με τη διπλή ελπίδα να αναπτύξει την ψυχανάλυση και να της δώσει μια ενότητα μέσω της έρευνας. Μια έρευνα που βασίζεται στο μοντέλο που προσιδιάζει στις φυσικές επιστήμες: πειραματισμός, επαναληπτικότητα, επαλήθευση, προβλεψιμότητα, ποσοτικοποίηση, στατιστικά, των οποίων τα μέσα στοχεύουν σε μια αντικειμενικότητα χωρίς μειονεκτήματα, μέσα όπως οι οπτικές και ακουστικές μαγνητοσκοπήσεις, κλπ. Η σημασία του ρόλου των αισθητηρίων οργάνων στη δοκιμασία της πραγματικότητας είναι καθοριστική. Βρίσκει τη συγκεκριμένη εφαρμογή της, παραδείγματος χάρη, στην άμεση (αδιαμεσολάβητη) παρατήρηση, όπως στην αμερικάνικη της Margaret Mahler για τα παιδιά, ή σε αυτή των βρεφών που δημιουργήθηκε στο Λονδίνο από την Esther Bick.

      Ασυζητητί, στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, ένα μοντέλο έρευνας που βασίζεται στην επαλήθευση και την απόδειξη, ως επί το πλείστον μέσω στατιστικών διαδικασιών, καθησυχάζει τον αναλυτή· και μόνο που το κοινωνικό, το πανεπιστημιακό περιβάλλον, ο επιστημονικός κόσμος, και, μην το ξεχνάμε, τα ασφαλιστικά ταμεία, -που σε πολλές χώρες αποζημιώνουν τις θεραπείες-, θα πείθονται με αυτό τον τρόπο για την αποτελεσματικότητα της ψυχανάλυσης, δεν θα ήταν μικρό πράγμα. Ο κίνδυνος όμως είναι να ταυτίζεται εφεξής η ψυχανάλυση με ικανά αποτελέσματα, μετρήσιμα, ως προς την ποσότητά, και, για να τα λέμε όλα, να στοιχίζει λίγα χρήματα στην κοινωνία, να είναι λιγότερο κοστοβόρο (να κάνει κάποιος) κάποιες συνεδρίες παρά νοσηλείες, φάρμακα και αναρρωτικές άδειες. Διατρέχουμε τον κίνδυνο ο ψυχαναλυτής, που κάποτε ήταν φορέας αλλαγής στην κοινωνία, να γίνει ο υπηρέτης της, ένας επαγγελματίας της υγείας που πρέπει να λογοδοτεί στο Κράτος.

       Οι δημόσιες συζητήσεις που πυροδοτεί αυτό το μοντέλο μας δείχνουν το μέγεθος του διακυβεύματος: υπήρξε η διάσημη συζήτηση Wallerstein-Green το 1996, έπειτα αυτή στη Φρανκφούρτη το 2002· ένα Συνέδριο της I.P.A. στο Τορόντο το 2003. Στην επετηρίδα της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας της Ψυχανάλυσης (F.E.P.) του 2005 δίνεται η περίληψη των εργαστηρίων για το θέμα της έρευνας, που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των ετήσιων διαλέξεων της F.E.P. το 2002, 2003, 2004 και προβλέπεται του 2005. Εκτός λίγων εξαιρέσεων, είναι κυρίως αγγλοσάξονες ψυχαναλυτές, καθώς και της βόρειας Ευρώπης που επενδύουν στην έρευνα. Η έννοια της Έρευνας επί των εννοιών αξίζει να αναφερθεί ξεχωριστά. Σύμφωνα με τον Daniel Widlocher, πρόκειται για μια έρευνα πάνω στον τρόπο που η έννοια χρησιμοποιείται ανάλογα με τους κλινικούς και τη θεωρία του καθενός. Ο Jorge Canestri γνωρίζει πολύ καλά αυτό το διάβημα. Η έρευνα που έκανε πάνω στην έννοια της Προβλητικής ταύτισης, που παρουσιάστηκε πριν από κάποια χρόνια στο Συνέδριο της F.E.P. στην Πράγα, είναι παραδειγματική. Όσον αφορά εμένα, έχω συζητήσει δημόσια με τον Widlocher (Botella-Widlocher, 2003) σχετικά με την έρευνα και έχω εκδηλώσει την επί της ουσίας διαφωνία μου για τη γενικότερη σύλληψη του.

 

ΙΙΙ- Ο ΣΚΕΤΠΙΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ FREUD.

Σύντομη υπόμνηση της εξέλιξης του Freud

       Δεν συνειδητοποιούμε αρκετά, ότι από το 1876 και μετά, για σχεδόν είκοσι χρόνια, ο Freud ήταν ένας ερευνητής που ασκούσε την κλασική μεθοδολογία που αρμόζει στις φυσικές επιστήμες. Από την είσοδο του στο εργαστήριο του Κarl Claus και μετά, αφοσιώνεται στην λεπτομερειακή ανατομή εκατοντάδων ζώων, κάτι που θα του επιτρέψει να επιβεβαιώσει την ύπαρξη όρχεων στο αρσενικό χέλι, το οποίο ως τότε θεωρούσαν ερμαφρόδιτο. Είναι 21 ετών. Ένα χρόνο νωρίτερα, είχε κάνει μια άλλη σημαντική ανακάλυψη για τις οπίσθιες νευρικές ίνες του πετρομύζοντα, (μια ανακάλυψη) που συνηγορούσε στην ύπαρξη συνέχειας ανάμεσα στο νευρικό σύστημα των ανώτερων ζώων και σε αυτό των ειδών, των λεγομένων κατώτερων, όπως το υποστήριζε και ο Δαρβίνος, ο οποίος ήταν τότε πολύ αμφιλεγόμενος. Πολύ δεμένος με το μικροσκόπιο, ο Freud θα εφεύρει μια μέθοδο χρωματισμού των νευρικών κυττάρων. Σχολαστικός ερευνητής, θα πειραματιστεί με την κοκαΐνη στον εαυτό του, μετρώντας την επίδρασή της με τη βοήθεια ενός δυναμόμετρου. Η υποτροφία για έρευνα που λαμβάνει για να δουλέψει στο πλευρό του Charcot (1885-1886) αφορά την ανατομή παιδικών εγκεφάλων. Εξειδικευμένος στην παιδική νευρολογία, θα δημοσιεύσει σημαντικές εργασίες πάνω σε αυτήν. Επιστρέφοντας από το Παρίσι το 1886, στα 30 του, ανοίγει ένα ιδιωτικό ιατρείο ως “ιατρός των νεύρων”. Μένει, σίγουρα, πιστός στην κλασική έρευνα, αλλά ο Freud θα περιπλανηθεί τολμηρά όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση της ψυχικής λειτουργίας. Ενδυναμωμένος από την εμπειρία του κοντά στον Charcot, θα δημοσιεύσει το 1886 δύο άρθρα για την αντρική υστερία (Freud, 1886). Και, το 1891, θα συλλάβει εννοιολογικά τις σχέσεις μεταξύ αναπαράστασης λέξης και αναπαράστασης πράγματος. Θα είναι το πρώτο δημοσιευμένο του βιβλίο, το οποίο σήμερα θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεσόστρατο ανάμεσα στις νευρολογικές και τις ψυχαναλυτικές εργασίες του. Αυτό οφείλεται στο ότι, σε συνέχεια της συνάντησης με τον Charcot, ο Freud συνεργάζεται τώρα πιο ενεργά με τον Breuer και παθιάζονται και οι δύο για τους υστερικούς ασθενείς. Αρχικά, ο Freud είχε ως μοναδικό “θεωρητικό οπλοστάσιο, την ηλεκτροθεραπεία και την ύπνωση”. Σύντομα, θα είναι η καθαρτική μέθοδος του Breuer που θα οδηγήσει στην έκδοση το 1893 των Μελετών για την υστερία. Θα ακολουθήσει, τον Ιούλιο του 1895, στα 39 χρόνια του, η ανακάλυψη αυτού που θα ονομάσει “το μυστήριο του ονείρου”[5],που εισάγει την πραγματική ψυχαναλυτική μεταμόρφωση του Freud. Αυτό εκδηλώνεται με διπλή μορφή: τη σύνταξη του έργου-περαματάρη των γνώσεων του από τη νευρολογία στη ψυχανάλυση, δηλαδή , το Σχεδίασμα (Σεπτέμβριος 1895)· την ταυτόχρονη έναρξη της αυτο-ανάλυσης του, που θα ενταθεί με τον θάνατο του πατέρα του το 1896. Θα ακολουθήσει η αποκάλυψη του “μεγάλου μυστικού” έναν χρόνο μετά, στο γράμμα της 21-09-1897: “Δεν πιστεύω πια στην neurotica μου” (Ich glaube an meine Neurotica nicht mehr) (Freud,2006, σελ.334). Από το μυστήριο του ονείρου στο μεγάλο μυστικό της neurotica, η φροϋδική απόχρωση δεν είναι αθώα, περιέχει τις βάσεις της ψυχανάλυσης. Και, τέλος, το 1900, στα 44 του, με τη δημοσίευση της Ερμηνείας του ονείρου, η στάση του ως ερευνητή θα μεταβληθεί ριζικά και γίνεται ειδικότερα ένας ερευνητής στην ψυχανάλυση, του οποίου τα χαρακτηριστικά θα εξετάσουμε παρακάτω. Όπως και να έχει, το ιδεώδες της κλασικής επιστήμης παραμένει στον Freud. Αργότερα, αρκετά χρόνια μετά, θα προσπαθήσει πάλι να οργανώσει προγραμματισμένες έρευνες. Θα παραθέσω μόνο αυτή για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το 1914· θέλει να αποδείξει την ύπαρξή του στο παιδί, ενώ έχει στο ντιβάνι τον Άνθρωπο με τους λύκους στο τέλος της ανάλυσης του. Ο Freud καθορίζει ακόμη και τα όρια του πεδίου: “Διαθέτουμε πολλές πηγές: 1) την άμεση παρατήρηση, 2) παλαιότερες παρατηρήσεις, γνωστές και δημοσιευμένες και 3) κατάλληλες με το θέμα βιογραφίες” (Freud, 1914). Αλλά δεν το κάνει με την καρδιά του. Και, βλέπουμε ότι αυτές οι απόπειρες έρευνας δεν είναι πια ούτε καλά οργανωμένες, ούτε αρκετά παρατεταμένες, στο βαθμό που καμιά δε θα είναι παραγωγική. Είναι και που ο Freud δεν έκανε ποτέ έρευνες με μια ομάδα. Ακόμα κι όταν μεταγενέστερα περιβαλλόταν από αξιόλογους ψυχαναλυτές. Η εντυπωσιακή του αλληλογραφία με τους πιο κοντινούς και αυτούς που εκτιμούσε περισσότερο (Ferenzci, Jones, Abraham) παραμένει πάντα σε επίπεδο ανταλλαγών με μαθητές. Ο Freud τους προσφωνεί “Αγαπητέ φίλε”, εκείνοι θα του απευθύνονται μέχρι το τέλος της αλληλογραφίας ως “Κύριο καθηγητή”. Στην πραγματικότητα, σε όλη του τη ζωή, ακόμα και στην πρώτη περίοδο του, ο Freud υπήρξε ένας μοναχικός ερευνητής. Ανεξάρτητος ερευνητής, σε σημείο που μόνος του θα προκαλέσει τον ιατρικό κόσμο με τη δημοσίευση της Ερμηνείας του ονείρου, δίνοντας αξία στην “ελάχιστα επιστημονική” αυτοπαρατήρηση και στον ελεύθερο συνειρμό.

       Η διορατικότητά του και ο θεαματικός τρόπος που είχε να το πει στον Fliess, δύο μόνο μήνες μετά την έκδοση της Ερμηνείας του ονείρου, (γράμμα της 01-02-1900), είναι εντυπωσιακοί. Απαντάει στον φίλο του “[…] Έχω συχνά προσέξει ότι έχεις τη συνήθεια να με υπερεκτιμάς”. Η φράση που ακολουθεί ισχύει εξίσου και για την Ερμηνεία του ονείρου. Αφού δημοσιεύεται αυτή η μεγάλη εργασία, της οποίας η σύνταξη του πήρε χρόνια, ο Freud μοιάζει να έχει καταλάβει τα όρια της κλασικής επιστήμης. Θα αλλάξει τον τρόπο του: “Πραγματικά, δεν είμαι καθόλου ένας άνθρωπος των επιστημών, ένας παρατηρητής, ένας πειραματιστής, ένας διανοούμενος. Δεν είμαι παρά ένας κατακτητής (conquistador) από τη φύση μου, ένας τυχοδιώκτης αν θέλεις να το μεταφράσεις έτσι, με την περιέργεια, την τόλμη και την επιμονή ενός τέτοιου είδους ανθρώπου”[6] (Freud, 2006, [1900], σελ. 503-4). Θα μπορούσε να είχε προσθέσει αυτό που έγραφε έξι χρόνια νωρίτερα, στις 21 Απριλίου 1884, στην αρραβωνιαστικιά του, ανακοινώνοντάς της ότι θα ασχολούταν με τις επιδράσεις της κοκαΐνης: “ Το ξέρεις, η φύση του ερευνητή εμπλέκει δυο βασικές ιδιότητες: αισιόδοξος[7] στην έρευνα, κριτικός στην εργασία” (Freud, 1966 [1884], σελ. 121). Κατά τη μακρόχρονη πορεία του ως ερευνητής, για περισσότερα από είκοσι χρόνια, από το εργαστήριο και αργότερα στο δικό του ιατρείο, εγκαθίσταται σταδιακά μέσα του μια αλλαγή στάσης του σκέπτεσθαι, που εκτείνεται από το Σχεδίασμα ως την Ερμηνεία του ονείρου. Είναι βέβαιο ότι η αυτο-ανάλυσή του τού επέτρεψε να έχει πρόσβαση στο απέραντο πεδίο της δημιουργικής πρωτοτυπίας του.

 

Το ερώτημα της  Στάσης του σκέπτεσθαι  [8]

       Μια αλλαγή της στάσης του σκέπτεσθαι (attitude depensée), με την έννοια του Pierre Marty (Botella C., 2014), που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε σχηματικά με κάποιες λέξεις και μια εικόνα, για να νιώσουμε την επανάσταση που σημαίνει: ο Freud σταματάει να κοιτάει το έξω, κατά κάποιον τρόπο αντιστρέφει το μικροσκόπιο, και παρατηρεί προς τα μέσα, τα όνειρά του. Ανοίγεται με αυτόν τον τρόπο ένα νέο επιστημονικό πεδίο: ο Freud ανακαλύπτει την ψυχανάλυση. Το δίδαγμα: στον ίδιο ερευνητή, με τις ίδιες φιλοδοξίες για διερεύνηση, τις ίδιες ικανότητες, ένα νέο επιστημονικό πεδίο μπορεί να αποκαλυφθεί χάρη σε μια αλλαγή στάσης του σκέπτεσθαι. Έχουμε αναδείξει την ύπαρξη του ίδιου φαινόμενου και στον Pierre Marty, το οποίο του άνοιξε δρόμο για την ανακάλυψη της ψυχαναλυτικής ψυχοσωματικής. Grosso modo[9], αλλαγή, όπως και στον Freud, του αντικειμένου προς παρατήρηση: αντί για την ψυχονεύρωση, ο Marty θα παρατηρήσει τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά.

       Σε αντίθεση με κάποιους νευροεπιστήμονες, ποτέ ο Freud δεν θα επιχειρήσει να φτιάξει μια δίοδο ανάμεσα στον εγκέφαλο και τον ψυχισμό, η μόνη του απόπειρα, το Σχεδίασμα, τον έκανε να αντιληφθεί ότι αυτό δεν είναι επιστημονικά δυνατόν. Και ποτέ δεν θα εφαρμόσει στην ψυχανάλυση τις μεθόδους που προσιδιάζουν στις φυσικές επιστήμες. Ακόμα, το 1932, επιμένει: “ Το μόνο που δεν χρειαζόμαστε στην ψυχανάλυση, είναι η βοήθεια από την έρευνα μέσου του πειραματισμού…..” (Freud, 1932, σελ. 259). Και δύο χρόνια αργότερα, ο Freud θα δώσει αυτή την απάντηση σε έναν Αμερικανό ψυχολόγο, τον Saul Rosenzweig, που υπερασπιζόταν την ανάγκη να αποδειχθεί πειραματικά η εγκυρότητα της ψυχανάλυσης: “Ο πλούτος των αξιόπιστων ψυχαναλυτικών παρατηρήσεων τις κάνει ανεξάρτητες από μια πειραματική επαλήθευση”. Και ειρωνεύεται: “Σε κάθε περίπτωση, αυτό [ η πειραματική επαλήθευση ] δεν μπορεί να κάνει κανένα κακό.”

 

Από τον  απρόσμενο καλεσμένο στο Freud στην έκφραση του Πικάσσο Δεν ψάχνω βρίσκω [10].    

        Για να το πούμε διαφορετικά, σύμφωνα με τον Φρόυντ, το ζήτημα που εγείρεται θα ήταν: ακόμα και ο ίδιος ο όρος έρευνα είναι κατάλληλος για την ψυχανάλυση; Είχε αντιληφθεί εξαρχής ότι το εγχείρημα που ξεκινούσε με την Ερμηνεία του ονείρου εγκαινίαζε μια νέα προσέγγιση της γνώσης, ήξερε για τον εαυτό του ότι ήταν ο πρόδρομος ενός νέου επιστημονικού τρόπου. Πολλά χρόνια αργότερα, υπάρχει η μαρτυρία για αυτό σε ένα γράμμα προς τον Ferenczi της 31-07-1915: “Ich halte daraufdass man Theorien nicht machen soll sie müssen einem als ungerufene Gäste ins Haus fallen, während man mit Detailuntersuchungen beschäftigt istund jetzt wäre es mit dieser Theorie soweit[11]”. “Είναι σημαντικό για μένα να μην κατασκευάζει κανείς θεωρίες, πρέπει να μας έρχονται σαν απρόσμενοι καλεσμένοι στο σπίτι, ενώ είμαστε απασχολημένοι να ψάχνουμε λεπτομέρειες”.

       Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια ταύτιση με τις φυσικές επιστήμες, μια εξιδανίκευση της έρευνας μέσω της απόδειξης, του πειραματισμού και της επαλήθευσης, εμπόδισαν τους αναλυτές να ακολουθήσουν τον Freudσε αυτό το σημείο. Αυτό που θα προσιδίαζε περισσότερο στην ιδιαιτερότητα της ψυχανάλυσης θα ήταν η μέθοδος της ενδοψυχικής διερεύνησης, της οποίας η διατύπωση “απρόσμενοι επισκέπτες” θα ήταν το πρότυπο. Μια στάση του σκέπτεσθαι που θα επέτρεπε την αυτοπαρατήρηση των απρόσμενων επισκεπτών καθώς ξετυλίγεται η σκέψη του καθενός, αυτών των σκέψεων που έρχονται στο μυαλό κατά τη διάρκεια της συνεδρίας. Έπειτα, μπορούν να ακολουθήσουν θεωρίες – που παραπέμπουν στην ανακάλυψη της ψυχανάλυσης από τον Freud μέσω της αυτο-ανάλυσης των ίδιων των ονείρων του. Έπειτα, η επιστημονική δευτερογενής μορφοποίηση.

      Ο Winnicott κατάφερε να το πει σε μια εκλεπτυσμένη φράση που ανοίγει μια δυνατότητα: “Όταν ακούω τους ασθενείς μου, δεν είμαι επιστήμονας. Γίνομαι επιστήμονας όταν γράφω”.

       Η επιστημονική μέθοδος στην ψυχανάλυση θα συμπεριλάμβανε δύο διαφορετικούς χρόνους. Τον χρόνο της μετα-συνεδρίας, όπου μπορεί να εφαρμοστεί το κλασικό επιστημονικό πνεύμα. Και, αυτόν τον άλλο, αυτόν που λειτουργεί κατά τη διάρκεια της συνεδρίας και περιλαμβάνει τον φροϋδικό ορισμό του 1922 για την ψυχανάλυση ως μέθοδο διερεύνησης. Η συνεδρία δεν θα ήταν έρευνα με την κλασική έννοια του όρου, αλλά διερεύνηση.

       Με άλλα λόγια, η συνεδρία θα συγκέντρωνε τις κατάλληλες συνθήκες για να αναδυθούν οι “απρόσμενοι επισκέπτες” στη σκέψη του αναλυτή. Μια νέα μορφή επιστημονικού τρόπου;

 

Η σύγχρονη επιστήμη σε βοήθεια του Freud

      Αυτό μας κάνει να διερωτόμαστε για την πιθανή συσχέτιση ανάμεσα σε αυτό που, άθελά του, ανακαλύπτει απότομα ο αναλυτής, αυτούς τους απρόσμενους επισκέπτες, και την έννοια της ανάδυσης των σύγχρονων επιστημόνων που ανοίγεται σε μια νέα επιστημονικότητα: από τον Kekulé ή τον Poincaré και από τον René Thon στον Boltzmann και στον Robert Laughlin σήμερα. Μια μεταφορά αυτού του τελευταίου διατυπώνει την κεντρική ιδέα αυτού του νέου τρόπου προσέγγισης του επιστημονικού: “Η ανακάλυψη μιας νέας αρχής οργάνωσης σε έναν ερευνητή αναδύεται στο μυαλό του όπως ο πίνακας ενός μετρ της ζωγραφικής που αναδύεται από ένα σύνολο κηλίδων φαινομενικά αδιάτακτων”. Και καταλήγει ο Laughlin, Νόμπελ φυσικής 1998: “Η επιστήμη πέρασε από μια Εποχή του αναγωγισμού σε μια Εποχή της ανάδυσης” (Laughlin, 2005).

       Διαδικασία ανακάλυψης που είναι γνώριμη από τα παλιά σε άλλους διανοητές, εκτός των επιστημόνων. Ο Schiller, τον οποίο παραθέτει ο Freud (Freud, 1900), στην Ερμηνεία του ονείρου, για να εξηγήσει την κατάσταση της συνεδρίας, την περιέγραφε ήδη από τον 18ο αιώνα.[12]

 

IV – ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

       Θα καταλήξουμε στο ό,τι η κλασική έρευνα δεν έχει την ικανότητα να λύσει το πρόβλημα της ποικιλομορφίας των αναλυτικών θεωριών, η μέθοδος να ακολουθηθεί θα ήταν, εμπνεόμενοι από τον Freud, αυτή της μεθόδου της διερεύνησης.

       Δύο κείμενα του Joseph και της Anne-Marie Sandler του 1983 μας δείχνουν την κατεύθυνση (Sandler J., 1983): “Σκέψεις ανάμεσα στις ψυχαναλυτικές έννοιες και στην ψυχαναλυτική πρακτική” και “Η ‘δεύτερη λογοκρισία’, το μοντέλο των τριών κουτιών”. Η ιδέα που μας ενδιαφέρει εδώ είναι αυτή της δημιουργίας προσυνειδητών θεωριών που μπορούν να είναι αντιφατικές, αλλά υποφερτές εκτός συνείδησης.

    Ο Jorge Canestri αναγνωρίζει την ευρετική αξία των “υπόρρητων θεωριών” που είναι ικανές να υποδεχτούν αυτό που ο Freud χαρακτήριζε ως “απρόσμενοι καλεσμένοι”, δίνοντάς τους μια μορφή κατανοητή, ικανή να τις φέρει στο φως της ημέρας. Συμπεραίνει ότι “η ψυχανάλυση βρίσκεται χωρίς επιστροφή αντιμέτωπη με μια αύξηση του θεωρητικού πλουραλισμού και με μια όλο και μεγαλύτερη βαβελοποίηση της ψυχαναλυτικής γλώσσας” (Φρανκφούρτη, 2002, δική μου η υπογράμμιση).

      Ένα χωρίς επιστροφή που μας αναγκάζει να υιοθετήσουμε μια άλλη στάση απέναντι στην ποικιλομορφία και να πάψουμε να τη θεωρούμε επιζήμια στην εξέλιξη της ψυχανάλυσης. Θα προσθέσω ότι στην διαποικίληση των θεωριών μου φαίνεται ότι εδράζεται ο πλούτος της.

      Αφήνω τη συνέχεια σε έναν ψυχαναλυτή, τον Bion, που θα είχε πει ότι η λύση θα ήταν να δεχτούμε την ποικιλομορφία των θεωριών και να τις αφήσουμε να πάνε μέχρι το τέλος, προς το φυσικό πεπρωμένο τους. Και σε έναν ινδιανιστή[13], τον Charles Malamoud, ο οποίος, με αφετηρία τους μακρινούς ορίζοντες της αρχαίας Ινδίας, έγραψε αυτές τις γραμμές που μοιάζουν να απευθύνονται στους αναλυτές των αρχών του 21ου αιώνα και από τις οποίες καλό θα ήταν να ξέρουμε να κερδίσουμε κάτι: “Ο κίνδυνος, για τους θεούς, είναι να ανακαλύψουν οι άνθρωποι ότι το τελετουργικό είναι από μόνο του αποτελεσματικό και ότι δεν χρειάζονται θεούς, στους οποίους καταρχήν προορίζονται τα θυσιάσματα” (Malamoud, 2002).

                                          

 

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ

 

Είμαστε οριστικά μετά τον Freud,

αλλά παραμένουμε ακόμα μαζί του για να

                   επερωτούμε τη γνώση μας.

                                                                                                                                                                           André Green

       Καθίσταται σαφές ότι από την πρακτική είναι που θα προκύψει αυτό που αναγνωρίζει ο αναλυτής ως απρόσμενο καλεσμένο, φωτίζοντας και αποκαλύπτοντας μέσα του μια υπόρρητη θεωρία απρόσιτη ως εκείνη τη στιγμή. Εν συντομία, χωρίς θεό ούτε δάσκαλο, αλλά έχοντας εντάξει αυτές τις λέξεις του Green στην κεφαλίδα (“μετά τον Freud, αλλά παραμένουμε ακόμα μαζί του”). Αυτό σημαίνει, ότι διατηρώντας ως πυξίδα τη φροϋδική μέθοδο και την εξελιξιμότητα της σκέψης της – οι δρόμοι μπορούν να είναι κατ’ επέκταση καινούριοι – το ίδιον της ψυχανάλυσης να είναι να αναπτυχθεί, μέσω μιας μόνιμης δημιουργικής δραστηριότητας των υπόρρητων ατομικών και ποικίλλων θεωριών, που είναι πιθανόν να είναι αντιφατικές.

    Το έργο του Freud είναι ο τόπος μιας μόνιμης εξέλιξης των ιδεών και των εννοιών, σε βαθμό που ο ορισμός της ψυχανάλυσης να γίνεται διαρκώς και πιο σύνθετος. Σε βαθμό επίσης που να μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εμπλέκει πολλά θεωρητικά ορόσημα, εκ των οποίων, αυτό της εισαγωγής της ενόρμησης θανάτου το 1920, να είναι αυτό που αναφέρεται συχνότερα. Ορόσημα που πολλές φορές τα παίρνουν μεμονωμένα οι ψυχαναλυτικές σχολές σαν να είναι η κύρια θεωρία και από την οποία, στηριζόμενες πάνω της όπως από έναν κορμό δέντρου, χτίζουν μια τόσο μερική θεώρηση, που απομακρύνεται από την ψυχαναλυτική σκέψη. Όμως, ο Freud, δε συνέλαβε ποτέ την ψυχανάλυση ως το άθροισμα ιδεών που θα φιλοδοξούσε μια μέρα να γίνουν μια ολόκληρη και κλειστή θεωρία. Αντίθετα, και αυτή είναι η βασική υπόθεσή μου, η αδιάλειπτη ανάπτυξη του έργου δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως κίνηση σε διαρκές άνοιγμα, όπου η παρούσα κατάσταση δεν υπάρχει παρά υποστηριζόμενη από την επόμενη. Είναι η εικόνα του περιπατητή του οποίου κάθε βήμα είναι δυνατό μόνο σε μια διαρκή ανισορροπία, που ξανα-ισορροπείται χάρη στο επόμενο βήμα που ήδη έχει γίνει. Το φροϋδικό έργο θα αντιστοιχούσε σε μια κίνηση ασταθούς ισορροπίας, και ως τέτοιο μπορούμε να θεωρήσουμε και να ονομάσουμε τη σκέψη του[14]. Καθένα από τα θεωρητικά ορόσημα δεν παίρνει την πλήρη αξία του παρά στη διάρθρωση με αυτά που προηγήθηκαν και με αυτά που έπονται. Το όλο αποτελεί μια ενότητα, μια και μόνη ενότητα εν εξελίξει. Μια εξελικτική διαδικασία σκέψης.

      Για να εξηγηθώ και να προχωρήσω ακόμα τον συλλογισμό μου, θα καταφύγω στον όρο Παράδειγμα, και πιο συγκεκριμένα σε αυτόν του εξελικτικού Παραδείγματος. Ακόμα κι αν η χρήση που του κάνω δεν αντιστοιχεί εντελώς στο νόημα που του δίνει ο Kuhn.

     Η φροϋδική σκέψη αποτελείται κατά τη γνώμη μου από μια διαπλοκή διαδοχικών Παραδειγμάτων, όπου, από το ένα στο άλλο, υπάρχει μια μόνιμη συνέχεια, ώστε η σκέψη να φτάνει κάθε φορά σε ένα ανώτερο βαθμό συνθετότητας και κατανόησης.

 

Ι – ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΡΟΫΔΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ

     1ο Παράδειγμα: αυτό που ονομάζουμε “μεταψυχολογία 1900”. Το προαισθάνθηκε το 1892-93 στις Μελέτες για την υστερία, του γίνεται αντιληπτό από το 1895 με το εναρκτήριο όνειρο της Ίρμας της 23-24 Ιουλίου, που ακολουθείται τον Σεπτέμβριο από το Σχεδίασμα. Έπειτα, επιβεβαιώνεται και αναπτύσσεται στην Ερμηνεία του ονείρου. Σύμφωνα με αυτό το 1ο Παράδειγμα, το αίτιο που οργανώνει την ψυχική ζωή είναι η αρχή της πραγματοποίησης της επιθυμίας, η κινητήριος δύναμή της είναι η δύναμη του ψευδαισθητικού.

   2ο Παράδειγμα: ακολουθεί μια εξέλιξη της σκέψης του, γενετικής και εξελικτικής έμπνευσης, που ξεκινώντας το 1905, (Τρία δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας), καταλήγει δέκα χρόνια μετά στην Μεταψυχολογία (1915). Μειώνεται η σημασία της ψευδαισθητικής τάσης της ψυχικής ζωής ως κύριας κίνησης· στη θέση της κυριαρχούν τα γενετικά στάδια της σεξουαλικότητας και οι στοματικές πρωκτικές, φαλλικές και γενετήσιες αναπαραστάσεις τους. Το μοντέλο της ψυχονεύρωσης και τα αναπαραστατικά συστήματα, πιο συγκεκριμένα οι απωθημένες αναπαραστάσεις του Ασυνείδητου συστήματος, η λεγόμενη “1η τοπική”, συνθέτουν το 2ο Παράδειγμα.  

   3ο Παράδειγμα: κάνει την εμφάνισή του το 1923, με τη νέα σύλληψη του ψυχικού, τη λεγόμενη “2η τοπική”, γεωπολιτικού τύπου με τα εδάφη ή τις Αρχές του: Υπερεγώ, Εγώ και Αυτό. Το Ασυνείδητο με τις αναπαραστάσεις του 1915 βρίσκεται να καλύπτεται από την έννοια του Αυτό, το οποίο, αντί να είναι δομημένο, όπως το Ασυνείδητο, από αναπαραστάσεις, έχει συλληφθεί, αντίθετα, ως ένας “χυλός” ανοργάνωτος και χαοτικός χωρίς αναπαραστάσεις. Ο στόχος του ψυχικού στο τρίτο αυτό φροϋδικό Παράδειγμα θα ήταν η αναγκαιότητα να οργανώσουμε και να καταλήξουμε σε “μια εργασία αναπαραστασιμότητας” (travail de représentance) (Green), στη μορφοποίηση υπό μορφή αναπαραστάσεων αυτού του χάους των μη αναπαρασταθέντων ενορμητικών κινήσεων που είναι το Αυτό.

  4ο Παράδειγμα: αυτό εκτυλίσσεται από το 1932-1937. Καταρχάς το 1932 ως μια απλή νύξη: το όνειρο δεν είναι η εκπλήρωση της επιθυμίας, αλλά μια “απόπειρα εκπλήρωσης” (Freud 1933a [1932], σελ. 111): ο κύριος στόχος του είναι να επεξεργαστεί μη αναπαρασταθέντα τραύματα της παιδικής ηλικίας δίνοντας προτεραιότητα σε μια αντι-τραυματική δραστηριότητα διά της δημιουργίας νέων συνδέσεων με το δόλωμα της εκπλήρωσης της επιθυμίας. Στη συνέχεια, το άρθρο του 1937 “Κατασκευές στην ψυχανάλυση” θα αποκαλύψει πλήρως αυτό το τελευταίο Παράδειγμα. Βλέπουμε να επανεμφανίζεται το παλίνδρομο ψευδαισθητικό του 1ου Παραδείγματος (1900), με την προσθήκη, όμως, μιας διαταραχής της έννοιας της μνήμης. Η ανατροπή αυτή αφορά την αντικατάσταση του ρόλου που είχε ανατεθεί στην επιστροφή “της ανακτηθείσας ανάμνησης”, από την ανασύσταση του παρελθόντος με τη μορφή “αναμνήσεων που θα μπορούσαν να είχαν χαρακτηριστεί ως ψευδαίσθηση”, από την σχεδόν ψευδαισθητική πεποίθηση αλήθειας που δημιουργείται μέσα στην ανάλυση, ιδιαιτέρως κατά την παλίνδρομης φοράς παλινδρόμηση της συνεδρίας (régression régrédiente de la séance).

       Για αυτό το τέταρτο Παράδειγμα (1932-1937), μπορούμε να πούμε ότι επαναφέρει τους δεσμούς με το πρώτο, την “μεταψυχολογία 1900”, που είχε σβηστεί από την εξηγητική δύναμη των επομένων, όπως το δεύτερο Παράδειγμα, γενετικό, και εξαιτίας της εστιασμένης προσοχής στο αναπαραστατικό του 1915.

 

Σχετικά με τη φροϋδική σκέψη

       Ο κύκλος δείχνει να έκλεισε. Θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι η ψυχανάλυση είναι μια θεωρία κλεισμένη στον εαυτό της. Εκτός αν ακούσει τον Freud όταν προσπαθεί το 1922 να ορίσει ξεκάθαρα τι είναι η ψυχανάλυση:

           “Η ψυχανάλυση δεν είναι ένα σύστημα, όπως αυτά της φιλοσοφίας που ξεκινά από

             κάποιες δομικές έννοιες που ορίζονται με συνέπεια και με τις οποίες ψάχνει να    

             κατανοήσει το σύμπαν, μετά, μόλις ολοκληρώσει, δεν διαθέτει άλλον χώρο για νέες

             ανακαλύψεις και καλύτερους τρόπους να βλέπει. [Η ψυχανάλυση] Συνδέεται κυρίως

             με τα γεγονότα του πεδίου εργασίας της, ψάχνει να λύσει τα άμεσα προβλήματα που                      

             διαπιστώνει από την παρατήρηση, προχωράει ψηλαφητά, σύμφωνα με την εμπειρία,

             είναι πάντα ανολοκλήρωτη, πάντα πρόθυμη να διευθετήσει ή να αλλάξει τις

             δοξασίες της. Αντέχει, όπως, η φυσική και η χημεία, να μην είναι ξεκάθαρες οι

             υπέρτατες έννοιες της, να είναι προσωρινά τα προδεδικασμένα, και περιμένει από    

              τη μελλοντική εργασία να τις ορίσει με μεγαλύτερη συνέπεια”.

             (Freud 1923a, σελ. 203-4).

       Προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι, αντίθετα με την ιδέα που τέθηκε νωρίτερα στο κείμενο, του σβησίματος του πρώτου Παραδείγματος, το τέταρτο και τελευταίο θα είναι μια πολύπλοκη εξέλιξη του πρώτου. Θα μιλήσουμε τότε για εξελικτικό Παράδειγμα.

     Εξ ‘ου και η υπόθεσή μου: προτείνω να θεωρούμε υπό την ονομασία φροϋδική σκέψη μια εξελικτική διαδικασία, που ξεκίνησε το 1895-1900, που ο θάνατος του Freud το 1939 διέκοψε, ενώ η διαδικασία από μόνη της ενέχει τη δυνατότητα μιας μόνιμης ανάπτυξης. Η φροϋδική σκέψη θα είναι μια διαδικασία που θα ξεπερνάει τον θάνατο του Freud και θα έχει τη δική της εξελικτική δυνατότητα.

     Η ψυχανάλυση δεν είναι μια θεωρία που έχει “εφεύρει” ο Freud. Περισσότερο από δημιουργός, (ο Freud) είναι “αυτός που ανακάλυψε μια σκέψη”, η οποία δεν του ανήκει. Μια πολύ περίεργη διατύπωση. Εκτός αν προστρέξουμε στον Bion, που μιλούσε για ιδέες σε αναζήτηση διανοητή.

    Αλλά, πώς να ξέρουμε αν αυτή η διαδικασία σκέψης ευνοήθηκε πραγματικά και συνεχίστηκε στις σύγχρονες ψυχαναλυτικές αντιλήψεις; Είναι ήδη ενδεικτικό ότι μιλάμε για χαρταμανιακή σκέψη, κλαϊνική, γουϊνικοτιανή, βιονική ή λακανική, ωσάν να θέλαμε να τονίσουμε τις διαφορές μεταξύ τους, την αυτονομία τους και την απόστασή τους από τη σκέψη του Freud. Σκέψεις τόσο διαφορετικές οι μεν από τις δε που, προφανώς, όλες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως η συνέχεια της φροϋδικής σκέψης. Έχουμε ήδη δει ότι κάποιοι ψυχαναλυτές υπερασπίζονται την ύπαρξη διαφορετικών τρόπων στην ψυχανάλυση. Το επιχείρημά τους είναι: πώς η φροϋδική θεωρία θα μπορούσε να εγγυηθεί, από μόνη της, την εξελιξιμότητα της ψυχανάλυσης που αδιαμφισβήτητα είναι ακόμα εν κινήσει στις μέρες μας;

    Η ταυτότητα της φροϋδικής σκέψης θα εδραζόταν σε μια σειρά σταθερών που διατηρούνται μέσα σε μια αλληλουχία διαδοχικών Παραδειγμάτων, των οποίων η εξελικτική δυνατότητα του καθενός επαναπροσδιορίζει κάθε φορά το πεδίο της σκέψης και υπογραμμίζει τις δυνατές στιγμές της εξέλιξής της. Ποιες είναι οι σταθερές που παραμένουν αναλλοίωτες κατά τη διάρκεια αυτής της εξέλιξης; Ας αναφερθούμε συνοπτικά στις έννοιες της ενόρμησης και της παιδικής ερωτικής επιθυμίας, του οιδιποδείου συμπλέγματος, της σύγκρουσης, της αντίστασης και της μεταβίβασης, του ασυνείδητου συστήματος, και των μηχανισμών άμυνας, μέρος των οποίων η απώθηση. Είναι οι Αρχές της ψυχανάλυσης, οι “πυλώνες” όπως τους ονομάζει ο Freud (Freud 1923a, σελ. 196). Παρόλα αυτά, οι “πυλώνες”, από μόνοι τους, δεν μπορούν να αποδώσουν πραγματικά αυτή την εξελικτική διαδικασία που είναι πάντα σε κίνηση, που τρέφει και εξελίσσει την ψυχανάλυση από την αρχή της.

 

 

ΙΙ – ΣΤΟΝ FREUD ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΔΥΟ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ.

 Το εξελικτικό Παράδειγμα της επιθυμίας

       Όπως έχουμε ήδη υπογραμμίσει, η ψευδαισθητική ικανοποίηση θα καθορίσει τον πρώτο στόχο του ονείρου ως το 1932, στιγμή όπου αυτός ο στόχος θα σχετικοποιηθεί ως απόπειρα επιθυμίας, με τον πρώτο στόχο να γίνεται τότε η επεξεργασία των μη αναπαρασταθέντων παιδικών τραυμάτων. Μετά από αυτή την εξέλιξη του Παραδείγματος επιθυμία στον ίδιο τον Freud, θα έρθει η υπέροχη διαίσθηση του André Green (Green 1973, σελ. 336): η έννοιά του της αρνητικής ψευδαίσθησης, “η αναπαράσταση της απουσίας αναπαράστασης”, θα πάρει όλη της την αξία όπως περιγράφεται σε σχέση με την επιθυμία, ως “[….] η πίσω όψη αυτού που η ψευδαισθητική ικανοποίηση της επιθυμίας είναι η μπροστινή όψη”. Ο Green συλλαμβάνει έτσι μια πρωταρχική ψευδαισθητική οντότητα (entité hallucinatoire originaire). Στην πραγματικότητα, μια επανάσταση της φροϋδικής σκέψης που δεν την αντικρούει: ένα ψευδαισθητικό που είναι ταυτόχρονα φορέας και της επιθυμίας και του τραύματος της απουσίας.

    Είναι ακριβώς αυτό το πρωταρχικό αδιαχώριστο επιθυμίας-απουσίας “που ανακάλυψε” ο Green, που μου υπέβαλλε την έννοια του εξελίξιμου παραδείγματος ως μια ιδιότητα μιας σκέψης που γίνεται πιο σύνθετη από τον ένα συγγραφέα στον άλλο. Και αυτό αδιάκοπα. Και πραγματικά, τριάντα χρόνια αργότερα, η αρνητική ψευδαίσθηση, θα αμφισβητηθεί από τον ίδιο τον Green (2002):

           Άλλοτε, την είχαμε ορίσει ως αναπαράσταση της απουσίας αναπαράστασης, αλλά ένας  

           τέτοιος ορισμός υπόκειται σε αμφισημία, στον βαθμό που τείνει να διατηρήσει μια    

           σύγχυση μεταξύ αναπαράστασης και αντίληψης. Κατά τ ‘άλλα, καλύτερα να αποφύγει  

           κανείς να βάλει σε έναν τέτοιο ορισμό τον όρο “απουσία”, εκ του γεγονότος ότι αυτός ο

           τελευταίος συνδέεται με συμφραζόμενα που, κι αυτά, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε

           λάθος (Green 2002, σελ. 289).

 

 

        

      Και, μια άλλη απόχρωση εμφανίζεται στο κείμενο Κατευθυντήριες ιδέες:

Κάνω την υπόθεση ότι το παιδί (όποια κι αν είναι η κουλτούρα μέσα στην οποία γεννιέται) κρατιέται από τη μητέρα πάνω στο σώμα της. Όταν η επαφή με το σώμα της μητέρας διακόπτεται, αυτό που διατηρείται από αυτή την εμπειρία είναι το ίχνος της σωματικής επαφής- πιο συχνά το μπράτσο της μητέρας- που συνιστά μια πλαισιώνουσα δομή που δίνει καταφύγιο στην απώλεια της αντίληψης του μητρικού αντικειμένου, ως μια αρνητική ψευδαίσθηση αυτής. Είναι πάνω σε αυτό το αρνητικοποιημένο φόντο στο οποίο θα εγγραφούν οι μελλοντικές αναπαραστάσεις αντικειμένου που έχουν βρει καταφύγιο στην πλαισιώνουσα δομή (structure encadrante) (Green 2002, σελ. 218).

   Στην αρχή, “Η πρωταρχική ψευδαισθητική οντότητα”, ως μεταφορά ενός περιέχοντος, εννοείτο από τη μία όψη, “την μπροστινή”, ως η τάση για την ψευδαισθητική ικανοποίηση της επιθυμίας, της οποίας η άνθιση επιβεβαιώνεται κυρίως στη νυχτερινή δραστηριότητα του ονείρου, καθώς διευκολύνεται από τη ναρκισσιστική παλινδρόμηση του ύπνου. Από την άλλη όψη, “την πίσω”, η αρνητική ψευδαίσθηση της μητέρας, η αναπαράσταση της απουσίας αναπαράστασης. Αλλά, ήδη από το 1982, ο Green είχε καταλάβει ότι, στην ψυχική εργασία της μέρας, θα υπήρχε η δυνατότητα για μια εξέλιξη του αρνητικοποιημένου ίχνους του σώματος της μητέρας, η ενεργοποίηση του δυναμικού ενός αυτοερωτισμού μη αναπαρασταθέντος προς μια λύση διαφορετική από το όνειρο: το έργο της δημιουργίας.

Χάρη στον André Green, η υπόθεσή μου, που βασιζόταν στην αρχή αποκλειστικά στην εξέλιξη του Freud, επιβεβαιώνεται με την έννοια ενός φροϋδικού Παραδείγματος που προεκτείνεται από έναν μεταφροϋδικό συγγραφέα και αυτό γίνεται σε πολλούς χρόνους:   Freud (1900-1932), Green (1973-1982-2002).

 

Το εξελικτικό Παράδειγμα του τραύματος

   Γνωρίζουμε ότι η στενή διαπλοκή των εννοιών του τραύματος και της φαντασίωσης είναι παρούσα από την αρχή στο φροϋδικό έργο, ότι αυτή είναι που βάζει τα θεμέλια της ψυχοσεξουαλικότητας όταν ο Freud αναγνωρίζει το 1897 ότι η τραυματική σαγήνη από τον ενήλικα είναι στην πραγματικότητα φαντασιωσικής καταγωγής, μια ασυνείδητη επιθυμία της ασθενούς. Έπειτα, όπως και για την έννοια της επιθυμίας, -αν και ο Ferenczi, κατά τη διάρκεια του πολέμου 14-18, του αποκαλύπτει την ύπαρξη τραυματικών νευρώσεων, η έννοια του τραύματος δεν θα μεταβληθεί παρά το 1932-38. Ο Freud συνειδητοποιεί τότε την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου τύπου τραύματος άγνωστου στο εγώ, ανεπεξέργαστου, που μόνο η εργασία του ονείρου θα μπορούσε να χειριστεί. Πολύ ξεκάθαρα δοσμένο το 1938, στο Μωυσής και μονοθεϊσμός, υπερασπίζεται την ιδέα της ύπαρξης των “αρνητικών αποτελεσμάτων των τραυμάτων”, όπου “τίποτα δεν μπορεί να αναμνημονευθεί ή τίποτα δεν μπορεί να επαναληφθεί”. Αργότερα, ανάμεσα στους μεταφροϋδικούς, σκεφτόμαστε προφανώς τον Winnicott. Έχοντας μια κοινότητα σκέψης – αλλά άραγε ο Winnicott έχει συνείδηση αυτού του πράγματος; - θα έχει τη διαίσθηση, στο Φόβο κατάρρευσης[15], αυτού που θα χαρακτηρίσει ως τραύμα σε αρνητικό: το τραύμα υπήρξε αλλά δεν ενεγράφη ψυχικά και παρόλα αυτά υπάρχει ένα ίχνος ,παρά το γεγονός ότι είναι μη αντιληπτό. Δεν μπορεί να είναι προσβάσιμο παρά μέσω της παλινδρόμησης   στην εξάρτηση (“εκείνη τη δεδομένη στιγμή ήμουν πραγματικά η αλλοτινή μητέρα”). Αυτό αντιστοιχεί σε αυτό που ο Freud περιγράφει στα Εισαγωγικά μαθήματα ως την υλική παλινδρόμηση που έρχεται να προστεθεί στην μορφολογική παλινδρόμηση ( Freud 1916-17a, σελ. 218). Σε ότι μας αφορά, πιστέψαμε ότι θα ήταν δυνατό να προσθέσουμε σε αυτό την ιδέα ότι τα πράγματα γίνονται και πιο πολύπλοκα με τη μορφή αρνητικού του τραύματος: θα ήταν μια ψυχική κατάσταση της οποίας ο τραυματικός χαρακτήρας θα προερχόταν από το γεγονός μιας έλλειψης: κάτι που θα έπρεπε να είχε λάβει χώρα, αλλά δεν έλαβε. Είναι η ίδια η απουσία ενός βασικού ψυχικού γεγονότος που θα ήταν τραυματικό, το πιο προφανές είναι η ψυχική ανάπτυξη ενός παιδιού που υπέστη μια άρνηση πένθους που ενυπήρχε στους γονείς.

 

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΣΤΑΣΗ ΠΡΙΝ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ

   Οι θεωρίες θα συνεχίσουν να διαφοροποιούνται, διότι αυτός είναι ο τρόπος εξέλιξης της ψυχανάλυσης. Η διαδοχή των θεωριών αποδεικνύει παραδόξως την ύπαρξη μιας συνέχειας της σκέψης. Θα συμπεράνουμε με τον Freud (1922) ότι η ψυχανάλυση χαρακτηρίζεται από μία διαρκή ατέλεια που είναι δομικού χαρακτήρα. Θα είναι μια σκέψη σε κίνηση που ξεκίνησε από τον Freud, αυτόν που την ανακάλυψε, και συνεχίστηκε από άλλους αναλυτές· το όλον θα οργανώνεται σε μια σταδιακή συνεκτικότητα, υπερσύνθετη, που θα συμφωνήσουμε να ονομάζουμε ψυχαναλυτική σκέψη. Η ψυχανάλυση αναπτύσσεται με τη συμβολή των διαδοχικών συγγραφέων, αλλά διαχωριζόμενη σιωπηρά από κάθε υπόρρητη θεωρία, τρεφόμενη παράλληλα από τους απρόσμενους επισκέπτες που αυτές περιλαμβάνουν και που τείνουν να συνδέονται μεταξύ τους μέσω μιας ασυνείδητης και συλλογικής διαδικασίας, της οποίας ο νόμος μας είναι άγνωστος. Πώς θα εκτυλιχθεί σε μια σταδιακή συνεκτικότητα; Μέσω ποιας διαδικασίας η ψυχαναλυτική κοινότητα θα μπορούσε να διαυγάσει ασυνείδητα (décantation inconsciente) τα δεδομένα, καταργώντας κάποιες ξεπερασμένες έννοιες, αυτή η εργασία κατανόησης πρέπει να ξεκινήσει χωρίς καθυστέρηση.

   Η ψυχαναλυτική σκέψη λειτουργεί όπως λειτουργεί η ψυχική ζωή. Μια συνεχής διαδικασία επεξηγήσεων που έχουν την τάση να αυξάνονται, να γίνονται ένα ολοένα μεγαλύτερο σύνολο· και, κάνοντας αυτό θα είναι πάντα έτοιμη να θέσει τις βάσεις της επόμενης επεξήγησης. Η συνθήκη ενεργοποίησης αυτής της μορφής “σκέψης εν εξελίξει” διευκολύνεται από την αναλυτική συνεδρία διαμέσου της δυϊκότητας “παλίνδρομη σκέψη/κλινική σκέψη”. Έτσι, λοιπόν, η σκέψη μας πηγαίνει στην   εργασία του ονείρου, που ανανεώνεται αδιάκοπα, που δεν είναι ποτέ ταυτόσημη, και που είναι πλαισιωμένη από παραμέτρους όπως οι ιστορικές εμπειρίες και η παιδική σεξουαλικότητα. Όπως το όνειρο για ένα άτομο, “η ψυχανάλυση si farà da sé, θα φτιαχτεί από μόνη της” για τους ψυχαναλυτές.

                                                                      

                                                                                                     César Botella

                                                                                                     11, rue Jean de Beauvais

                                                                                                       75005 Paris

                                                                                                       This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 

 

 

 

 

 

Μικρό γλωσσάρι:

Εξελιξιμότητα, εξελίξιμος: évolutivité, évolutif

Διαποικίλιση: diversification

Ποικιλομορφία: diversité

Διαβουλεύσεις: débats

Τροπικότητα, τρόπος: modalité(s)

Αναγωγισμός:réductionnisme

Ανάδυση: émergence

Θεωρητικά Ορόσημα: tournants théoriques

Επεξηγήσεις: misesenint élligibilité

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Botella C., Sur les limitations de la méthode freudienne, Revue française de psychosomatique,

n° 40, 2011.

Botella C., De l’« attention flottante » de Freud à l’« expression associative » de Marty,

Revue française de psychosomatique, n° 45, 2014.

Botella C., Widlöcher D., Dialogue, Le travail psychanalytique et la question de la recherche,

in Le Travail psychanalytique, A. Green (dir.), Actes du Colloque Ouvert de la

SPP, Paris, Puf, 2003, p. 17-52.

De Mijolla A., Dictionnaire International de la Psychanalyse, vol. 2, Paris, Calmann-

Lévy, 2002.

Freud S. (1884), Lettre à Martha Bernays du 21 avril 1884, Correspondance 1873-1939,

Paris, Gallimard, 1966.

Freud S. (1886), « De l’hystérie masculine » et « Observation d‘une hémianesthésie d’un

haut degré chez un homme hystérique », OCF.P, I, 2015.

Freud S. (1891b), Sur la conception des aphasies, OCF.P, I, 2015.

Freud S. (1900a), « L’Interprétation des rêves », trad. fr. I. Meyerson révisée par

D. Berger, Paris, Puf, 1980 ; OCF.P, IV, 2003 ; GW, II.

Freud S. (1914), Minutes de la Société psychanalytique de Vienne, Séance du 25 février

1914, Les Premiers psychanalystes, IV, 1912-1918, Paris, Gallimard, 1983.

Freud S. (1915c), Pulsion et destin des pulsions, Métapsychologie, trad. fr. J. Laplanche

et J.-B. Pontalis, Paris, Gallimard, 1968 ; OCF.P, XIII, 1988 ; GW, X.

Freud S., S. Ferenczi (1915), Briefwechsel, Band II/1 1914 bis 1916, , Wien, Cologne,

Weimar, Böhlan Verlag, 1996 ; S. Freud, S. Ferenczi, Correspondance 1914-1919,

Lettre du 31 juillet 1915, Paris, Calmann-Lévy, 1996.

Freud S. (1917), Leçons d’introduction à la psychanalyse, OCF.P, XIV, 2000.

Freud S. (1923a [1922]), Psychanalyse et théorie de la libido, OCF.P, XVI, 1991.

Freud S. (1933a [1932]), Nouvelle suite des leçons d’introduction à la psychanalyse,

OCF.P, XIX, 1995.

Freud S. (1937c) Analyse avec fin, analyse sans fin, OCF.P, XX, 2010.

Freud S. (2006 [1887-1904]), Lettres à Wilhelm Fliess. 1887-1904, Paris, Puf, 2006.

Granger G.-G., Sciences et Réalité, Paris, Éditions Odile Jacob, 2001.

Green A., Le Discours vivant, Paris, Puf, « Le fil rouge », 1973.

 

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Γαλλική Επιθεώρηση Ψυχανάλυσης (Revuefrançaisedepsychanalyse) 2018/3 Τόμος 82 | σελ. 719 à 739.

Δημοσιεύεται με την ευγενική παραχώρηση εκ μέρους της RFP και των εκδόσεων PUF.

 

 

 

 Μετάφραση: Δέσποινα Εμπέογλου

                   Κλινική ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια

                   Έχει περατώσει την εκπαίδευση στην ψυχανάλυση

                   της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας.

Επιμέλεια: Δημήτρης Οικονομίδης Ψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής

 

 

 

 

 

 

 

 

 


[1]     *Ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, διδάσκον μέλος της S.P.P. (Ψυχαναλυτική Εταιρεία των Παρισίων).

?«Η Ψυχανάλυση θα φτιαχτεί από μόνη της/ θα σταθεί μόνη της στα πόδια της”.

Σχόλιο του Φρόυντ, εκνευρισμένου με τη Σαμπίνα Σπιλράιν που υποστήριζε την ανάγκη της ψυχανάλυσης να εμπνευστεί από άλλες επιστήμες. Υπαινικτικά, στο “L’Italia sa farà da sé ». Les premiers ‘psychanalystes. Minutes de la Société Psychanalytique de Vienne, vol. III, Paris, Gallimard.

[2]     50 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση το 1967, το “ΛαΠον” παραμένει Η φροϋδική αναφορά.

[3]     ( Σημ. μτφ) Αναφέρεται στη γαλλική έκφραση “tranched'analyse”, που εννοεί ένα νέο διάστημα προσωπικής ανάλυσης.

[4]     (Σημ. Μτφ.) Οι λέξεις στις αγκύλες προστίθενται για την καλύτερη κατανόηση του κειμένου.

[5]     Πρόκειται για το δικό του όνειρο, το λεγόμενο “όνειρο με την Ίρμα”, τον Ιούλιο του 1895, όπου ο Φρόυντ ανακαλύπτει το “μυστήριο”: το όνειρο είναι μια εκπλήρωση της επιθυμίας. Το περιγράφει αμέσως τον Σεπτέμβριο, στο Σχεδίασμα, μετά λεπτομερώς στην Ερμηνεία των ονείρων, (1900α). Επίσης, αναφέρεται σε αυτό σε ένα γράμμα στον Fliess της 12ης Ιουνίου 1900.

[6]     Γιατί τότε, το 1932, ο Φρόυντ (Freud, 1933a, σελ. 260-261), επερωτά με τέτοια σφοδρότητα τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, την οποία θεωρεί όχι ως άνοιγμα προς νέους ορίζοντες, αλλά ως μια δολοφονική πράξη ενάντια στην επιστήμη, που ανοίγει τις πόρτες σε “έναν κάποιο μυστικισμό”, ή αντίθετα σε κάποιον φιλοσοφικό ορθολογισμό; Υπάρχει μια περίεργη συνάφεια ανάμεσα στην χωρίς αποχρώσεις κριτική του Φρόυντ της αϊνσταϊνικής σχετικότητας και της όχι λιγότερο καυστικής κριτικής του Αϊνστάιν ενάντια στην κβαντική θεωρία που ο Bohr εξήγαγε από τη σχετικότητα. Οι ανησυχίες τους μοιράζονταν ένα κοινό σημείο: και οι δύο, ο Φρόυντ και ο Αϊνστάιν, φοβόντουσαν την κατάρρευση της έννοιας του ντετερμινισμού. Κάτι που δεν άργησε να συμβεί στον κόσμο της επιστήμης· ίσως όχι η οριστική αναθεώρηση της αρχής του ντετερμινισμού, αλλά, τουλάχιστον, η αμφισβήτησή του στην κλασική του μορφή. (Βλ. Αλληλογραφία Bohr-Einstein).

[7]     [Σημ. Μτφ. Αποδίδουμε ως “ αισιόδοξο” τη λέξη “sanguin”, καθώς ο Φρόυντ εμπνέεται πιθανώς από τη θεωρία για τις διαθέσεις που περιγράφονταν στην Ιατρική ως εκείνη την εποχή: “sanguin” είναι ο κοινωνικός άνθρωπος, που έχει ορμή, παίρνει ρίσκα, είναι αισιόδοξος, αλλά μπορεί να είχε και λιγότερους ηθικούς φραγμούς ή να κάνει καταχρήσεις (Λήμμα: sanguin (médecine)].

[8]     Marty, 1963, σελ. 14 και 179

[9]     [Σημ. Μτφ Λατινικά στο κείμενο].

[10]   Picasso, 1926, σελ.23 Εδώ η φράση ολόκληρη: “Με περνούν συνήθως για ερευνητή. Δεν ψάχνω, βρίσκω”. Επιτρέπω στον εαυτό μου να παραβάλει αυτή τη διάσημη έκφραση με τη φροϋδική στάση σχετικά με την έρευνα και τη διατύπωση του για τους “απρόσμενους επισκέπτες”. Σύμφωνα με τον Alan de Mijolla (Διεθνές Λεξικό της Ψυχανάλυσης), ο Picasso ήταν παρών στο αφιέρωμα για τον Φρόυντ, στα 80α του γενέθλια, που είχε οργανώσει ο Thomas Mann.

[11]   Eυχαριστώ την Petra Parlemiti που μου προμήθευσε το κείμενο στα γερμανικά.

[12]   «Δεν μοιάζει να είναι καλό, ή ακόμα ότι θα ήταν ζημιογόνο στο δημιουργικό έργο της ψυχής, να περνάει η κατανόηση από κόσκινο πολύ απότομα, μόλις που έχουν ξεπροβάλλει κατά κάποιον τρόπο, τις ιδέες που καταφτάνουν. Μια ιδέα, αν ιδωθεί απομονωμένη, μπορεί να είναι χωρίς ενδιαφέρον και πολύ ριψοκίνδυνη, αλλά μπορεί να πάρει μεγάλη σημασία από το ότι τη διαδέχεται μια άλλη ιδέα, μπορεί αν συνδυαστεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο με άλλες που φαίνονται το ίδιο βλακώδεις, να δώσει τελικά έναν κρίκο πολύ κατάλληλο: όλα τα πράγματα που η κατανόηση δεν μπορεί να εκτιμήσει, αν δεν τα κρατάει αρκετό καιρό μπροστά της για να τα παρατηρήσει σε σύγκριση με αυτές τις άλλες ιδέες.”.

[13]   (Σημ. μτφ) Νεολογισμός, μετάφραση του «indianiste», ειδικού στις ινδικές γλώσσες και πολιτισμούς.

[14]   Ας σημειώσουμε ότι ο πολύσημος όρος της “σκέψης” πότε σημαίνει το μέσο με το οποίο σκεφτόμαστε, δηλαδή την πράξη του σκέπτεσθαι· άλλοτε, [σημαίνει] ένα σύνολο ιδεών και εννοιών που οργανώνεται σε μια συνοχή καθορισμένη από κάποιους νόμους που μαρτυρούν με αυτόν τον τρόπο την ύπαρξη ενός δημιουργού (καντιανή σκέψη, φροϋδική σκέψη) και διανοητών που τη συνεχίζουν.

[15]   Winnicott, D. W. (μη χρονολογημένο χειρόγραφο που βρέθηκε μετά τον θάνατό του το 1971. Γραμμένο πιθανότατα το 1964 και δέχτηκε αλλαγές το 1971). Ο φόβος κατάρρευσης, στο Φόβος κατάρρευσης και άλλες κλινικές καταστάσεις, Παρίσι, Gallimard, 1989.

 

 

 

 

 

Free business joomla templates