top of page

"Ο ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ" Serge Leclaire

πριν από 2 ώρες
διαβάστηκε 42 λεπτά

Ο ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ  [1]

 

                                                                       Serge LECLAIRE  [2]

 

«Από τότε που μια παθιασμένη κοπέλα

καταράστηκε και καθαγίασε τα χείλη μου

(διότι κάθε αφιέρωση εμπεριέχει και τα δύο)

φυλάγομαι να φιλήσω καμίαν άλλη,

μην και ασκήσω πάνω της κάποια κακή επιρροή».

                                                                                                                                           Γκαίτε


Ένα πέπλο, ταυτόχρονα διάφανο και αδιαπέραστο, μοιάζει να χωρίζει το ψυχαναγκαστικό άτομο από το αντικείμενο της επιθυμίας του. Ό,τι όνομα κι αν δίνει στο πέπλο, είτε το πει τοίχο κατασκευασμένο από άπειρο, βαμβάκι ή πέτρα, το αισθάνεται – και μας το λέει – σαν να είναι ένα γυάλινο κέλυφος που τον (απο)μονώνει από την πραγματικότητα.

Θα περάσει μια ολόκληρη βραδιά πλάι σ’ αυτήν που θέλει, χωρίς να κατορθώσει να την πάρει στην αγκαλιά του· το χέρι του, πιο βαρύ κι από πέτρα, δε θα καταφέρει να περάσει γύρω από τη μέση της· τα φλύαρα χείλη του δεν θα αγγίξουν τα δικά της· κι αν, κατά τύχη, την αγγίξει, θα δει τη γοητεία να εξατμίζεται και την επιθυμία του να σβήνει αμέσως. Ένα ξόρκι, πιο αμείλικτο κι από τοίχο, βρίσκεται αναμεταξύ τους. Κατάρα,  όπως αναφέρει και η προμετωπίδα του άρθρου, λόγια μιας νεράιδας, καλής ή κακής, ένα είναι σίγουρο, ότι πρόκειται για ένα λόγο βγαλμένο από την άβυσσο, που τον καθαγιάζει / στοιχειώνει· αυτό συναντάμε πάντοτε συνδεδεμένο με την επιθυμία του ψυχαναγκαστικού. Αναμφίβολα το ίδιο συμβαίνει και με τον σεξομανή, όπου μπορούμε να αναγνωρίσουμε ακόμη πιο ανάγλυφα το αδιέξοδο της επιθυμίας διαμέσου της απολιθωμένης γλώσσας του συμπτώματος, …

Αλλά θα περιορίσουμε το πεδίο της έρευνάς μας στον ψυχαναγκαστικό, ο οποίος είναι ήδη γνωστός για τον χαρακτήρα του και ο οποίος έχει ήδη περιγραφεί και αναλυθεί από άλλους στον κόσμο του, αποτελώντας ένα ολοκληρωμένο, θα λέγαμε, μοντέλο ανθρώπου με έντονα πρόωρη ωρίμαση.

Τίποτε δεν διαφοροποιεί τον Φίλωνα από τους συνανθρώπους του στην καθημερινότητα. Όταν μαθαίνουν ότι βλέπει έναν ψυχαναλυτή εκπλήσσονται: « Πώς είναι δυνατόν; Εσείς, που είστε για όλους ένα υπόδειγμα σύνεσης και περίσκεψης». Αλήθεια, ο Φίλωνας μοιάζει συνετός και οι άλλοι είχαν στηρίξει επάνω του πολλές ελπίδες. Είναι εργένης, γύρω στα τριάντα. Δεν θα αναφέρω παρά λίγα στοιχεία από το ιστορικό του. Αυτό που θα παρουσιάσω κυρίως, είναι ένα απόσπασμα από μια συνεδρία.

Είναι ο τρίτος μεταξύ πέντε παιδιών. Οι γονείς του πέθαναν προ δεκαπενταετίας, ο ένα λίγο μετά τον άλλον. Το πρόβλημά του είναι τι να κάνει στη ζωή του﮲ και για να το βρει και να το αναγνωρίσει, φαντάζεται όλες τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις, χωρίς ποτέ να κάνει την επιλογή του. Συχνά αστειευόμενος, υπέρμετρα μάλιστα (ώστε η υπερβολή να μειώσει τη βαρύτητα του αστείου), λέει ότι από την πιο τρυφερή ηλικία δεν ήξερε σε ποιο βυζί να αφιερωθεί [3]. Κι αυτό δεν έχει αλλάξει: να μπει στην εκπαίδευση ή ν’ ασχοληθεί με τα πετρέλαια, το μοναστήρι ή ο γάμος· ας είναι οτιδήποτε, αρκεί να μην έχει να πάρει αυτός την απόφαση. Το μόνο προνόμιο που κρατά για τον εαυτό του είναι το να εκθέτει – σ’ αυτόν που έχει «ώτα ακούειν» – την αμφιβολία του, αλλά κυρίως να αντικρούει και να ακυρώνει τις αποφάσεις του άλλου. Αυτό είναι και το ένα από τα τρία μεγάλα του πάθη· τα άλλα δύο: να τον αγαπούν και να οδηγεί τον εαυτό του στην αποτυχία.

Από όλη τη μακρόχρονη κλινική παρατήρηση, θα παρουσιάσουμε εδώ ένα απόσπασμα από μια συνεδρία. Έχει να κάνει με τη σχέση του Φίλωνα με τη μητέρα του. Αλλά πριν να ασχοληθούμε με την παρουσίαση αυτή και την ανάλυσή της, θα προσπαθήσουμε να τοποθετήσουμε το πρόβλημα της επιθυμίας, διαμέσου των αντιφάσεών της και της αμφισημίας της. Μετά από αυτήν την προκαταρκτική μελέτη της προέλευσης της επιθυμίας και την ανάλυση του αποσπάσματος του λόγου του Φίλωνα, θα περάσουμε τελικά στο ζήτημα της σχέσης του ψυχαναγκαστικού με την επιθυμία του.

 

    *

 

Αρμόζει πραγματικά να βλέπουμε πίσω από κάθε κίνηση του ατόμου το σεξ και την επιθυμία; Αυτή η ερώτηση έχει τεθεί άπειρες φορές στους ψυχαναλυτές, οι οποίοι έχουν ήδη απαντήσει, με τη βοήθεια της κλινικής πράξης. Παρόλα αυτά το ερώτημα της επιθυμίας δεν παύει να διατηρεί την τέλεια αδιαφάνειά του. Αν η επιθυμία έχει ασφαλώς να κάνει με το σεξ, τότε τι μερίδιο αναλογεί στο ένστικτο και τι στη ανάγκη; Από μια άλλη σκοπιά: ο έρωτας περιορίζεται αποκλειστικά στην επιθυμία και η δίψα του Θεού μπορεί να ξεκοπεί από τον ανθρώπινο χαρακτήρα της; Οι κατηγορηματικές και δογματικές απαντήσεις δεν μπορούν να διαλύσουν τη μεγάλη σύγχυση που υπάρχει γύρω από το ζήτημα. Όλοι αναφερόμαστε στην επιθυμία σαν κάτι προφανές, αλλά συναντάμε μεγάλη δυσκολία όταν πρόκειται να δώσουμε έναν σαφή ορισμό.

Προκειμένου να οριοθετήσουμε την επιθυμία με τις ιδιαιτερότητές της, επιλέξαμε να μελετήσουμε, στη συνέχεια του J.Lacan, το χαρακτήρα της ανάγκης και του αιτήματος, συσχετίζοντας αυτές τις δύο έννοιες, οι οποίες, επιπλέον, αποτελούν τις ακραίες μορφές της αναμονής του ατόμου στην οποία εγγράφεται η επιθυμία. Το ερώτημα δεν είναι μάταιο, ακόμη και στο επίπεδο της κλινικής μας πρακτικής, αφού είναι εμφανές ότι δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στην ανάγκη κατά τον ίδιο τρόπο που απαντάμε στο αίτημα. Τα ερωτήματα αυτά θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια.

Από τα δύο αυτά είδη της αναμονής, το πιο κατανοητό είναι η ανάγκη. Είναι αυτό που αναγνωρίζουμε ορισμένες φορές ως κοινό μέτρο του ανθρώπου και του ζώου.

Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα. Η ανάγκη ζάχαρης στο ινσουλινικό κώμα παρουσιάζεται στο επίπεδο της φυσιολογίας, με τον ίδιο τρόπο που παρουσιάζεται η ανάγκη νερού αλατιού σε κατάσταση αφυδάτωσης. Με μια λέξη, η κοινοτοπία «πρέπει να τρώει κανείς για να επιβιώσει» εκφράζει ικανοποιητικά τον όρο « ανάγκη».

Αν επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τις ιδιότητες του αντικειμένου της ανάγκης –ζάχαρη, αλάτι, νερό – διαπιστώνουμε ότι το αντικείμενο ανταποκρίνεται με απόλυτη ακρίβεια στο έλλειμμα που δημιουργεί την ανάγκη και έτσι αντιμετωπίζεται ο ζωτικός κίνδυνος. Αν δεν ολιγωρήσουμε, ο υπογλυκαιμικός βγαίνει από το κώμα μετά τη χορήγηση ζάχαρης.

Εδώ όμως, επιβάλλεται μια άλλη διαπίστωση. Αν εξετάσουμε τα πράγματα από την πλευρά της ανάγκης αυτής καθεαυτής, συνήθως η ανάγκη δεν αρθρώνεται. Η «καθαρή» ανάγκη στο επίπεδο της φυσιολογίας δεν εκφράζεται, παρά διαμέσου μιας επιστημονικής παρατήρησης. Βέβαια, εκτός από ακραίες περιπτώσεις, το «διψάω» αρθρώνεται σαφώς και με τον κατάλληλο τρόπο, αλλά εδώ, όπως όλοι ξέρουμε, υπερβαίνουμε το πλαίσιο μιας απλής ανάγκης, διότι, για παράδειγμα, το παιδάκι που επαναλαμβάνει αδιάκοπα «διψάω» εκφράζει συχνά εντελώς άλλο πράγμα από την ανάγκη να πιει, ακόμη κι αν διψάει πραγματικά.

Αφαιρετικά σκεπτόμενοι, η ανάγκη στην καθαρή της μορφή είναι η ανάγκη αλατιού, ζάχαρης, οξυγόνου ή αλκαλικών αλάτων, που αρθρώνονται ως τέτοιες (ανάγκες σε καθαρή μορφή) μόνο στο πειραματικό επίπεδο. Με μια λέξη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ανάγκη στοχεύει το αντικείμενο και ικανοποιείται από αυτό. Το ότι ανάγκη δεν διατυπώνεται στην πραγματικότητα στην καθαρή της μορφή, το ότι δεν την διαπιστώνουμε ως καθαρή παρά μόνον πειραματικά, το ότι στοχεύει και ικανοποιείται από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, αυτό είναι και που τη διακρίνει ριζικά από το αίτημα. είναι δηλαδή βέβαιο, ότι μια και η ανάγκη δεν υπάρχει ποτέ σε καθαρή μορφή, θα τη συναντάμε πάντα – και ήδη σημασμένη, σημαδεμένη από τη σφραγίδα του λόγου που την εκφράζει – διαμέσου του αιτήματος και μέχρι την επιθυμία. Αυτό που βλέπουμε στην πράξη, είναι η ανάγκη στην οποία το άτομο προσπαθεί να προσαρμοστεί, είτε για να την αποφύγει, είτε για να την ελέγξει.

 

Σε όποιο επίπεδο κι αν το εξετάσουμε, το αίτημα αρθρώνεται σε λόγο, έστω κι αν είναι μια εύγλωττη γκριμάτσα. Το αίτημα στην ουσία του δε στοχεύει το αντικείμενο όπως η ανάγκη, ακόμη κι αν η στόχευση του αντικειμένου είναι παρούσα για να χρησιμεύσει ως υποστήριγμα του αιτήματος. Το αίτημα είναι, πριν από οτιδήποτε άλλο, μια απεύθυνση, μια προσφυγή στον άλλον ως αυτόν καθεαυτόν. Τι σημαίνει όμως αυτό;

Ας πάρουμε ένα κοινότοπο αίτημα, που όλοι συναντάμε στην καθημερινότητά μας: το να ζητήσει κανείς χρήματα. Κάποιοι θα πουν: «Για να μου ζητάει η γυναίκα μου λεφτά, θα πει ότι τα χρειάζεται». Έστω. Αλλά ας μην ακολουθήσουμε αυτές τις ριψοκίνδυνες θεωρήσεις. Από τη στιγμή που αρνούμαστε να περιορίσουμε το να ζητήσει κάποιος λεφτά στο επίπεδο της «ανάγκης» χρημάτων, πώς μπορούμε να βγάλουμε άκρη; Αρκεί να σημειώσουμε την παρακάτω κοινοτοπία. Όταν η γυναίκα λέει «χρειάζομαι χρήματα», ο καθένας καταλαβαίνει πολύ καλά ότι αυτή η απρόσωπη έκφραση απευθύνεται σ’ αυτόν (στον σύζυγο). Έτσι απλά και συνοπτικά παρουσιάζουμε, στο επίπεδο της καθημερινής μεταφυσικής, το γεγονός ότι το αίτημα απευθύνεται στον άλλον: αυτό στο οποίο στοχεύει πρώτα απ’ όλα το αίτημα είναι η διαφορετικότητά μάς. Και γίνεται ακόμη πιο φανερό, αν σκεφτούμε ότι το αίτημα πιθανά να μην είναι «αντικειμενικά» και τόσο βάσιμο. Μπορεί να πρόκειται για ένα καπρίτσιο, για μια κοινότοπη ερώτηση την οποία ταιριάζει μάλλον να μεταφράσουμε ως «ας δούμε σήμερα πώς είναι τα κέφια του ή ακόμη ως ένα τεκμήριο αγάπης: «Μ’ αγαπάει, άρα δεν θα μου αρνηθεί τα χρήματα, που για να λέμε την αλήθεια, δεν τα χρειάζομαι και τόσο». Φυσικά, το να ζητήσουμε χρήματα στοχεύει συν τοις άλλοις στο να αποκτήσουμε αυτό το ποσό, αλλά αυτό δεν έχει παρά μια δευτερεύουσα σημασία.

Αυτό που το αίτημα αγγίζει, εκκαλεί, ερωτά είναι ο άλλος, αυτός καθεαυτός. Αυτός είναι ο στόχος του. Αντί να περιορίζεται στο αντικείμενο, το οποίο αποτελεί το πρόσχημά του, το αίτημα απευθύνεται στο άτομο, στο υποκείμενο. Και είναι αυτό το υποκείμενο που δίνει υπόσταση στο αίτημα. αν στόχευε μόνο στο αντικείμενο, θα περιοριζόταν στο επίπεδο της απλής ανάγκης ή, στην καλύτερη περίπτωση, της όρεξης– επιθυμίας. Αυτό που κάνει  αυτή την αναμονή, δηλαδή την έλλειψη χρημάτων, να αποτελεί ένα αίτημα είναι το γεγονός ότι απευθύνεται στον άλλον ως υποκείμενο ικανό να πει «όχι, ναι, ωχ ή ίσως». Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, διότι, απευθυνόμενο μ’ αυτόν τον τρόπο στον Άλλον ως υποκείμενο, δίνει υπόσταση και επιβεβαιώνει ταυτόχρονα τον αιτούντα ως υποκείμενο.

Εδώ πρόκειται για μια βασική διαπίστωση.

Αν αφήσουμε κατά μέρος το πολύπλοκο παράδειγμα του αιτήματος χρημάτων και ασχοληθούμε με το τόσο απλό αίτημα ενός παιδιού που ζητάει μια καραμέλα, θα συναντήσουμε επίσης, και όχι με μικρότερη ένταση, αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, δηλαδή την απεύθυνση στον Άλλον. Το παιδί απευθύνεται στη μητέρα του, όχι γιατί αυτή έχει τη δυνατότητα, δίνοντάς του μια καραμέλα, να ικανοποιήσει μια οποιαδήποτε ανάγκη (αναρωτιόμαστε εξάλλου, ποια ανάγκη;). Αλλά, διότι μέσω αυτής της προσφοράς εκδηλώνεται ως άτομο ικανό να αγαπά, δηλαδή να προσφέρει κάτι άλλο και μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτό που το παιδί έχει ανάγκη στο ζωτικό επίπεδο της φυσιολογίας.

Το αίτημα είναι κατά βάση κάλεσμα του Άλλου. Και αποτελεί ίδιον αυτού του καλέσματος / επίκλησης στο ον, το να χαίνει, να παραμένει ανικανοποίητο.

Έχει σημασία να το γνωρίζουμε και να το θυμόμαστε, για να κατανοήσουμε ότι είναι δυνατό να ικανοποιηθεί το πρόσχημα του αιτήματος και παρ’ όλα αυτά να μη δοθεί απάντηση στην ουσία του. εξίσου είναι δυνατό μια άρνηση να απαντά /ικανοποιεί στην ουσία το αίτημα, γιατί του συμπεριφέρεται ως τέτοιο, το αντιμετωπίζει με ξεκάθαρο τρόπο, απ’ ευθείας από αυτό που αποτελεί το βάθρο του αιτήματος: το ανικανοποίητο του όντος, της ύπαρξης. Το «όχι» (άρνηση ή αποχή) αποτελεί κατά μία έννοια τη μοναδική δυνατή απάντηση στην ουσία του αιτήματος.

Ως αποδεικτικό παράδειγμα θα χρησιμοποιήσουμε την ανορεκτική, όπως την ανέλυσε–χωρίς να χωράει αμφισβήτηση – ο J. Lacan. Η ανορεκτική ήταν συνήθως, στο επίπεδο της ανάγκης τροφής, τόσο μπουκωμένη από τη μάνα της, που το αίτημα για αγάπη αγνοήθηκε εντελώς. Έκτοτε, για να ανανεώσει το αίτημά της ως υποκείμενο δεν είχε άλλη οδό παρά την άρνηση τροφής, η οποία «μπούκωνε» / πλήρωνε εντελώς την ανάγκη και έπνιγε με άψογο τρόπο το αίτημά της.

Το αίτημα είναι στην ουσία του αίτημα για αγάπη ή, ακόμη καλύτερα, επίκληση του Άλλου ως υποκειμένου ικανού να μιλήσει, να πει κάτι περισσότερο από ένα ναι ή ένα όχι. Υποκείμενο ικανό, πάνω απ’ όλα, να δώσει ενδείξεις ότι αναγνωρίζει τον αιτούντα ως υποκείμενο. Υποκείμενο ικανό (ο Άλλος) να παραπέμψει σ’ έναν κανόνα, σ’ έναν νόμο, σ’ ένα «ως είθισται». Εν συντομία, να ανταποκριθεί στον αιτούντα όπως απευθυνόμαστε σ’ ένα υποκείμενο και όχι σαν να είναι μια ηλεκτρική σκούπα ή ένα φλασκί.

Αυτό το οποίο ο αιτών, ακόμη και ενήλικος, επικαλείται, είναι  να αναγνωριστεί, να επιβεβαιωθεί η αξία του ως υποκείμενο, έτσι όπως και στο παρελθόν του δόθηκε υπόσταση κατά τον ίδιο τρόπο. Για τους λόγους αυτούς – λόγω αυτού του είδους της επίκλησης στο ον, που αποτελεί επίκληση στον Άλλο – είναι που μπορούμε να πούμε ότι το αίτημα από τη φύση του ανοίγει ένα χάσμα και παραμένει ανικανοποίητο. Είναι βέβαιο εν τέλει, ότι σπάνια συναντάμε το αίτημα στην «καθαρή» του μορφή: διαπλέκεται πάντα, όπως είδαμε, με την ανάγκη, αλλά, στην ακραία περίπτωση η «καθαρή» του μορφή θα είναι η προσευχή.

 

Και τι είναι επιτέλους η επιθυμία;

Μπορούμε πιο άνετα τώρα να κατανοήσουμε ότι την επιθυμία δεν μπορούμε να τη συλλάβουμε με τους απλούς όρους της ανάγκης, διότι δεν περιορίζεται να επιζητεί αυτό το ιδιαίτερο αντικείμενο που είναι το σεξ. Ούτε από την άλλη μπορούμε να την περιορίσουμε στο επίπεδο του αιτήματος, σε μια καθαρή επίκληση του Άλλου. Η επιθυμία μετέχει της ανάγκης και του αιτήματος, καθ’ ότι, και επιμένω σ’ αυτό, η επιθυμία είναι: επιθυμία για κάτι και ταυτόχρονα για κάτι άλλο.

Η μελέτη της αποτελεί το λόγο ύπαρξης της ψυχανάλυσης. Αλλά αναρωτιέμαι σχετικά μ’ αυτό, μήπως η επιτυχία ενός άλλου πιο επιστημονικού όρου, της λίμπιντο, που αποτελείτο τεκμήριο της επιθυμίας, δεν συνέβαλλε λίγο στο να συγκαλυφθεί η τόσο κοινή επιθυμία που είναι φορτισμένη με ανησυχία. Η λέξη επιθυμία ηχεί λίγο ωμά στα αυτιά ορισμένων. Αυτό μας ενδιαφέρει εκ του σύνεγγυς: ένα τέτοιο άτομο θα ενοχληθεί λιγότερο αν του πούμε ότι η λίμπιντο του φέρεται προς ένα άτομο του έτερου φύλου, παρά αν του πούμε ότι επιθυμεί την τάδε χαριτωμένη ύπαρξη.

Η επιθυμία παραμένει λίγο, αλλά στα κρυφά, πέτρα σκανδάλου, όπως συνέβη με τη σεξουαλική διαστροφή την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε η ψυχανάλυση. Σήμερα υποδυόμαστε ότι δεν υπάρχει πιο κοινότοπο πράγμα, αλλά όταν αναφερόμαστε στην επιθυμία υπάρχει μια σχετική σεμνότητα. Και παρ’ όλα αυτά, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η απόκλιση, το εξωφρενικό της επιθυμίας, την οποία μας προτείνει η σεξουαλική διαστροφή, συνεχίζει να μας θέτει ερωτήματα, λιγότερο συχνά άλλα ασταμάτητα, πάνω στη φύση της επιθυμίας.

Όπως λοιπόν στους πρώτους καιρούς της ψυχανάλυσης, ας θεωρήσουμε την επιθυμία ως κάτι το εξωφρενικό, το διαστροφικό, ώστε να αναμετρήσουμε καλύτερα την εμβέλεια και την ακαταμάχητη πρωτοτυπία της. Τι είναι αυτό που ωθεί κάποιον, με πάθος, προς ένα μποτίνι με κουμπιά; είναι μια ανάγκη; Δύσκολο να το πιστέψουμε. Το φετίχ δεν αποτελεί αίτημα: το κατέχουμε, στην ανάγκη το κοιτάζουμε, αλλά, γενικά, για έναν τρίτο δεν αποτελεί κάτι που μπορεί να δικαιολογήσει ιδιαίτερη ενασχόληση. Το αντικείμενο φετίχ δεν είναι για έναν τρίτο, παρά ένα εργαλείο χρήσιμο από καιρού εις καιρόν.

Αυτό το οποίο είναι διαστροφικό είναι η επιθυμία. Ένα αίτημα μπορεί να είναι άκαιρο, ενοχλητικό. Μια ανάγκη επικίνδυνη ή αδύνατον να ικανοποιηθεί. Αλλά η επιθυμία και μόνον αυτή έχει το προνόμιο να είναι διαστροφική. Αυτό οφείλεται αναμφίβολα στην ίδια της τη φύση.

Ας εξετάσουμε λοιπόν ό,τι μπορούμε να γνωρίσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα σχετικά με τη διαστροφική επιθυμία, δηλαδή το αντικείμενό της, το μποτίνι με τα κουμπιά. Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να υποσημειώσουμε ότι το μποτάκι υπάρχει ως «εργαλείο», δεν είναι μια χίμαιρα. Το υποσημειώνω, διότι σήμερα έχουμε την τάση να λέμε ότι στην πραγματικότητα αυτό το μποτάκι δεν είναι μποτάκι, ότι είναι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ένα φαλλικό σύμβολο και η ανάλυση, αναδεικνύοντας εδώ την πραγματική της δύναμη, αποδεικνύει ότι το μποτάκι με τα κουμπιά είναι μποτάκι ως προς την ουσία του για τον διαστροφικό. Μπορούμε όμως με παρόμοιο τρόπο να πούμε ότι πρόκειται περί επιθυμίας συμβόλου;

Είναι αλήθεια, ότι ο διαστροφικός στοχεύει, διαμέσου του αληθινού μποτινιού, το φαλλικό σύμβολο, τον φαλλό. Αλλά αυτό το οποίο η ανάλυση ανακαλύπτει αναφορικά με την επιθυμία, το κάνει ανασκευάζοντας / ανασυνθέτοντας το σενάριο που συνενώνει σε μία και μοναδική κωμωδία το μποτάκι από τη μία και το φαλλό από την άλλη. Και, ενίοτε, μπορεί να βγάλει κακά σενάρια. Φανταστείτε λοιπόν: το πρόωρο παιδί, το διαλυμένο σπίτι, η όμορφη γκουβερνάντα που φόραγε μποτάκια, κάτι ηλίθια παπούτσια ανά ζεύγη μπροστά στην πόρτα ενός δωματίου σε ένα ξενοδοχείο, η ερωτική σκηνή, το δράμα ενός θανάτου, κ.ο.κ. Αυτό το σενάριο–διαμεσολαβητής φτιαγμένο από εμπειρίες της ζωής, ξεχασμένες εικόνες, ανώδυνα ή σοβαρά συμβάντα, τυχαίες συμπτώσεις, είναι αυτός καθεαυτός ο κόσμος της επιθυμίας. Εκεί βρίσκει τις φαρσοειδείς παρακάμψεις του, τη βουκέντρα της πληθωρικότητάς του, τους φραγμούς της αδυναμίας του, τους φαύλους κύκλους του ανικανοποίητού του. ανάμεσα στο πραγματικό της μπότας και στο σύμβολο του φαλλού, η επιθυμία ζει μέσα στο φαντασιακό των σχεδιασμών, των αναμνήσεων και των ονείρων της.

Αν χρειαστούν κι άλλα παραδείγματα, θα παίρναμε το φοβικό αντικείμενο, που βρίσκεται στο στόχαστρο ενός φόβου που είναι κοντινός συγγενής της επιθυμίας ή το ψυχαναγκαστικό αντικείμενο, το οποίο κάνει να συγκλίνουν πάνω του ο φόβος και η επιθυμία. Θα αναγνωρίζαμε ταυτόχρονα την πραγματικότητα του αλόγου του άγχους, το συμβολισμό του μαχαιριού και τον φαντασιακό λαβύρινθο όπου χάνεται και ξαναβρίσκει τον εαυτό της η επιθυμία.

Έτσι, διαμέσου του σκανδάλου της διαστροφής, η επιθυμία μας παρουσιάζεται μέσα σ’ αυτόν τον φαντασιακό κόσμο που της είναι ίδιος. Η επιθυμία τροφοδοτεί το όνειρο και ζει μέσα στα παιδικά παραμύθια. Προσκρούει στην πραγματικότητα, ψάχνει για στήριγμα στην πίστη. Είναι η απαραίτητη διαμεσολάβηση ανάμεσα στην αμείλικτη μηχανική της ανάγκης και στην ιλιγγιώδη μοναξιά του αιτήματος.

Για να συνοψίσουμε σε μερικές φράσεις, προφανώς αμφισβητήσιμες, το ίδιον της επιθυμίας όπως το ανακαλύψαμε με την έρευνά μας: η επιθυμία είναι το ίδιον του φαντασιακού. Γίνεται αντιληπτό ως διαμεσολάβηση ενδεικτική μιας θεμελιακής αντινομίας. Ως εκ τούτου, μετέχει της ανάγκης, καθόσον ικανοποιείται σχετικά από ένα αντικείμενο, αλλά δεν συντηρείται παρά καθόσον μετέχει του αιτήματος στην αδιάκοπα ανικανοποίητη αναζήτηση της ύπαρξης του Άλλου, τόπου του σημαίνοντος.

Δεν θα ισχυριστώ ότι απέδειξα το βάσιμο αυτών των διακρίσεων. Ήθελα απλώς να αναδείξω ορισμένες από τις κύριες διαστάσεις της αναλυτικής εμπειρίας. Κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο για να μπορέσω να περάσω στη συνέχεια στην πρακτική.

 

                                                                        *

 

Ο Φίλωνας είχε μισήσει τον πατέρα του, επιθυμήσει να μοιραστεί το κρεβάτι της μητέρας του, ζήλευε τ’ αδέλφια του; Ναι, χωρίς αμφιβολία. Αλλά, με ποιον ιδιαίτερο τρόπο εδώ δυσκολεύουν τα πράγματα;

Έχω άδικο να πιστεύω ότι τα στοιχεία του Οιδιποδείου συμπλέγματος έχουν γίνει πλέον «κοινός τόπος»; Έτσι, η επιθυμία του αγοριού για τη μητέρα του, του κοριτσιού για τον πατέρα του, τα συμπαρομαρτούντα με αυτά πάθη και αντιπαραθέσεις αποτελούν πλέον σημεία αναφοράς και εκτός των ψυχαναλυτικών κύκλων ως επιχειρήματα / δεδομένα και όχι μόνον ως ερωτήματα.

Εν τούτοις, αν κάνουμε τον κόπο να σταθούμε σ’ αυτήν την ιδέα που μόλις χθες ήταν καινούργια, δηλαδή στην επιθυμία του αγοριού για τη μητέρα του, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διάφορα ερωτήματα θα ξεπηδήσουν, τα ίδια μάλιστα όπως σ’ εκείνους τους καιρούς της ψυχανάλυσης που αποτελούν πια παρελθόν, με εκείνα που απηύθυναν όλοι εκείνοι που τότε μιλούσαν περί σκανδάλου.

Η καθημερινή χρήση αυτών των όρων είναι αλήθεια ότι απορρόφησε αυτές τις ιδέες, τις προσάρμοσε πολύ γρήγορα στις επιταγή που επιβάλλει η εξάπλωση ενός διανοουμενίστικου εμπορείου, το οποίο είναι πάντα πιο ενεργητικό. «Η προσκόλληση στη μητέρα» έγινε το καθώς πρέπει κλισέ, όπου οδήγησε η παραπάνω εξέλιξη. Αυτή η μορφή είναι βολική και δεν σταματάμε να τη χρησιμοποιούμε. Ο ομοφυλόφιλος, ως γνωστό, παραμένει «προσκολλημένος» στη μητέρα του, ο σχιζοφρενής υπερβολικά, ο ιδεοψυχαναγκαστικός υπήρξε αμέτρητα, ο διαστροφικός πρόωρα, και ούτω καθεξής. Υπερβολικά, πολύ ή λίγο, θετικά ή αρνητικά, σπάνια είναι τα ιστορικά των ασθενών όπου δεν γίνεται αναφορά στην «προσκόλληση στη μητέρα».

Αυτά σκεφτόμουν όσον αφορά τη μαγευτική επιρροή των καινούργιων και ήδη κεκτημένων ιδεών, όταν πρόσφατα ο Φίλωνας μου ξαναείπε ότι δεν κατάφερνε να απαλλαγεί από αυτό το δέσιμο με τη μητέρα του, του οποίου τα ίχνη ξαναέβρισκε σε μια ερωτική απόπειρα.

Το αυτί μου, το πραγματικό, τεντώθηκε.

Φυσικά ο Φίλων γνώριζε από καιρό και πριν καν ξεκινήσει μια ανάλυση, πως το γεγονός ότι αναρωτιόταν σχετικά με την κλίση του προς τη θρησκεία είναι ίδιον αυτών που δεν κατορθώνουν να επιλύσουν αυτή την υπερβολική προσκόλληση στη μητέρα τους. Όμως το ερώτημα, έχοντας απαντηθεί φαινομενικά μέσω αυτής της γνώσης, δεν έμοιαζε ανατίθεται, το πολύ – πολύ το επικαλείτο ως επιχείρημα ή ως ερμηνεία.

Αλλά αυτή τη μέρα δεν το άκουσα με αυτόν τον τρόπο και του απάντησα σε ερωτηματικό τόνο: «Δέσιμο;». «Ναι», συνέχισε «θέλω να μιλήσω για τον προνομιακό χαρακτήρα όλων αυτών που με συνδέουν με τη μητέρα μου». Η ιδέα του δεσμού μου άρεσε και συγκεκριμενοποίησα την ερώτησή μου «πώς συνάφθηκε αυτός ο δεσμός;».

Ιδού αλληλουχία την οποία προκάλεσε η ερώτησή μου. Τη μετέγραψα επιτόπου, κατ’ εξαίρεση, καθ’ ότι ένα προεισαγωγικό επιφώνημα με προειδοποίησε. Μια βραχεία σιγή, διστάζει να μου πει αυτό που του έρχεται, ζητά συγγνώμη και ξεστομίζει αμέσως μετά: «Σκατά! Λες και αυτό σε αφορά» [4]. 

Μια τέτοια έκφραση είναι κάτι ασυνήθιστο στο στόμα του Φίλωνα. Συνεχίζει: «Όλα ξεκίνησαν με το βλέμμα. Είναι σαν μια κοινωνία, μια συμβίωση. Ναι, μέσα στο βλέμμα είναι σαν να υπάρχει ένα δεύτερο βλέμμα. Είναι σαν η μητέρα μου να είχε βρει σε μένα την ικανοποίηση που δεν έβρισκε από τον πατέρα μου. Σαν να της ήμουνα απαραίτητος… Επρόκειτο για μια μυστική συμφωνία, μια συνενοχή, μια αλληλοσυνεννόηση. Η λέξη που μου έρχεται είναι …μυστική οικειότητα…».

«Αλλά» και η φωνή του τρεμουλιάζει, «είναι πάνω απ’ όλα μια αληθινή σχέση και από τα δύο μέρη…».

«…Η ιδέα της θρησκευτικής κλίσης, στο βαθμό που την ακολουθούσα, ήταν σαν εντεταλμένη από κείνη. Και αναμετρούσαμε το μέγεθος της τρέλας του πράγματος, τόσο εκείνη, όσο κι εγώ. Δεν είναι αλήθεια ότι, αργότερα, αυτό που την αδυνάτισε ήταν η επιστολή μου όπου έθετα τα πάντα υπό αναθεώρηση; Μήπως ένιωσε το γιό της να χάνεται;».

Διακόπτει για να παρατηρήσει, οξυδερκής, φίνος, με το συνηθισμένο του τόνο, που διαφέρει από αυτόν του υπόλοιπου αποσπάσματος: «…Λέω ό,τι μου κατέβει… Ίσως αυτό είναι που θα μου επιτρέψει να καταλάβω τελικά τι λέω…». Και συνεχίζει: «Αυτή η επιστολή ήταν σαν μια αγγελία του εκούσιου ναυαγίου, η ομολογία της αποτυχίας της κοινής μας απόπειρας. Δεν έχω πλέον σκοπό… Ναι, δεν έχω πλέον αυτό που ήταν ο μοναδικός σκοπός της ζωής μου, δηλαδή να είμαι το μοναδικό απαραίτητο αντικείμενο για τη μητέρα μου…».

Ακολουθεί ένα σύντομο κομμάτι που δεν θα το παρουσιάσω, λίγο λογοτεχνικό, όπου έχει ως μοναδικό θέμα τη μητέρα του. και συνεχίζει: «Μ’ αρέσει να μιλάω έτσι. Είναι αυτός ο κόσμος στον οποίο αυταρέσκομαι, ηδονίζομαι, με νιώθω, με ακούω. Είναι στείρα αυτή η αυταρέσκεια! Αλλά μ’ αρέσει επίσης να εκτίθεμαι, μ’ ενδιαφέρει να αρέσω. Να είμαι ταυτόχρονα ο υποτακτικός και ο κυρίαρχός της, αυτός που αγαπά, αυτή που αγαπώ, μυστικοί συνένοχοι ενωμένοι μέσω ενός παθιασμένου βλέμματος. Ο κύκλος έχει κλείσει για τα καλά. Ο πολυαγαπημένος μου είναι δικός μου, είμαι ολόκληρος δικός του. Πρόκειται για το φίδι που δαγκώνει την ουρά του, ο εαυτός μου αναδιπλωμένος πάνω στο ίδιο μου το πέος…».

«Η ανάλυση μ’ αρέσει» λέει τελικά, «γιατί μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για τη μητέρα μου, να μας εκθέσω και τους δυο μας. Αλλά να που μου ξανάρχεται: σας αφορά αυτό;». Έτσι, με μια πιο φιλοφρονητική παραλλαγή, έκλεισε αυτόν τον κύκλο.

Προτείνω αυτό το απόσπασμα έτσι ως έχει, ελάχιστα πετσοκομμένο και χωρίς να προσθέσω μέχρι στιγμής καμιά ερμηνεία, ως σημείο αναφοράς. Θα ήταν πρέπον, από τη σκοπιά της αυστηρά ψυχαναλυτικής τεχνικής, να υπογραμμίσω και να αναλύσω κύρια την αρχική αναφώνηση. Όμως αυτή η τεχνικής φύσεως έγνοια, δεν θα αποτελέσει το αντικείμενό μας. Θα αφιερωθούμε περισσότερο προς το παρόν στο «περιεχόμενο «αυτού του αποσπάσματος, καθ’ όσον διαρθρώνει μ’ έναν τρόπο σχετικά σαφή και προσιτό σε όλους, αυτό που θα αποκαλώ από δω και στο εξής το σύμπλεγμα του τρόπου ύπαρξης του ιδεοψυχαναγκαστικού.

Ο Φίλωνας, όπως οι περισσότεροι ιδεοψυχαναγκαστικοί, υπήρξε η αδυναμία της μητέρας του. Παρά τις δυσκολίες της ζωής του, διατηρεί μια μυστική και ακλόνητη εμπιστοσύνη, που τίποτε δεν θα μπορούσε να την αλλοιώσει πραγματικά. Είναι ο κήπος της Εδέμ πολλών φαντασιώσεων, ο υπέροχος τόπος διαμονής των ταξιδιών της φαντασίας, το ιερό, το τέμενος που βρίσκεται στην καρδιά πολλαπλών και ενισχυμένων τειχών, αυτό που δεν μπορεί κανείς να παραβιάσει παρά ρισκάροντας το θάνατο. Είναι η νοσταλγία μιας ανείπωτης ευτυχίας, μιας ηδονής εξαιρετικής και τέλειας. Πρέπει να έχει κανείς κάποια αμαρτία, ώστε να βρίσκεται σήμερα εξορισμένος στο διηνεκές, από αυτόν τον κόσμο που βρίσκεται στην καρδιά του μυθικού ρόδου.

Ποιος είναι ο Φίλων; Ένα ον προορισμένο από τη μοίρα, διαφορετικό, που κάποιο σημάδι του πεπρωμένου είχε κάνει διάκριση ανάμεσα σ’ αυτόν και στους όμοιούς του, τους αδελφούς του, για το καλό του, όπως και για το κακό του. Είναι κατά μία έννοια– όπως λέει ο Γκαίτε – ο εκλεκτός των Θεών. Έτσι μπορεί ανυποψίαστα να αναγνωριστεί ο ψυχαναγκαστικός και ο Φίλων δεν αποτελεί εξαίρεση.

Εάν λοιπόν, με κάποιο δόλο ή πανουργία όπως μας περιγράφουν συχνά τα παραμύθια, πλησιάσουμε το ιερό, υπό τη σκέπη μιας ψυχανάλυσης, τι θα βρούμε; «Αυτόν που εκείνη αγαπά, εκείνη που αυτός αγαπά, μυστικοί συνένοχοι ενωμένοι μέσα σ’ ένα παθιασμένο βλέμμα». Ας μην αντιπαραθέσει κανείς ότι πρόκειται για ένα καπρίτσιο της γόνιμης φαντασίας του ήρωά μας· αν του το λέγαμε καταπρόσωπο, θα ξεσπούσε απότομα σε κλάματα, σε λυγμούς, τόσο άψογα, τόσο αναπάντεχα, τόσο απελπισμένα και βίαια, που θα νιώθαμε εξίσου, αν όχι περισσότερο, έκπληξη, θα μέναμε στήλη άλατος, όπως συμβαίνει μπροστά σε ένα από αυτά τα θαύματα που αποτελούν τη διαλεκτική των παραμυθιών. Ο Φίλωνας επιμένει: «Είναι απόλυτα αλήθεια και από τα δύο μέρη…και εξάλλου … αυτό δεν σας αφορά…».

Ο ιδεοψυχαναγκαστικός είναι συνήθως ον βιτρίνας και απάτης, ένας μυστικοπαθής, όπως ξέρουμε όλοι, και παρά το ότι εκτίθεται, διαλέγεται και λεπτολογεί, χωρίς να δείχνει να νοιάζεται για το τι θα του απαντήσουν, φτάνει να του απαντήσουν· κατ’ αυτήν την έννοια είναι ένας ωραίος εγωιστής, ένα ον με λίγη ζωντάνια. Κι όμως, πόσες φορές δεν επαναλαμβάνει σε όποιον θέλει να τον ακούσει, ότι είναι ένας υπερευαίσθητος, πιο διαισθητικός απ’ όλους τους χοντράνθρωπους που συναναστρέφεται. Αυτό που εκφράζει μ’ αυτόν τον τρόπο το βλέπουμε πεντακάθαρα στους απύθμενους καημούς του, στους γελοίους λυγμούς του, παιδικούς, απρόσμενους, συνταρακτικούς, που αναβλύζουν μόλις θέσουμε υπό αμφισβήτηση την άγια πραγματικότητα του τεμένους του.

Φθάνουμε λοιπόν εδώ στην προοπτική της ιεροσυλίας. Ξέρω ότι είθισται να λέμε ότι όλοι έχουμε υπερπηδήσει από καιρό αυτούς τους αβυσσαλέους φόβους και τους έχουμε αφήσει για κάτι πρωτόγονους, τους προληπτικούς και τους ονειροπόλους. Κι όμως, αν τα φώτα μας μάς είχαν απαλλάξει εντελώς από τον τρόμο της ιεροσυλίας, γιατί – αναρωτιέμαι– να χρησιμοποιούμε αυτό το βολικό νόμισμα που συνοψίζει τα πάντα, την «προσκόλληση στη μητέρα»; Γνωρίζω ότι σήμερα υπάρχει «η σχέση μητέρας –παιδιού» που είναι πολύ πιο καθησυχαστική με την ατμόσφαιρα βρεφοκομείου που μας προσφέρει, αντί για την αιμομιξία με το τραγικό της πλαίσιο. Ας συνεχίσουμε παρόλα’ αυτά την έρευνά μας.

Παρατηρούμε ότι στα λεγόμενα του Φίλωνα δεν τίθεται ζήτημα να «κάνει έρωτα με τη μητέρα του». Γιατί; Δεν νομίζω ότι είναι εξ αιτίας της ωμότητας των λέξεων (έχει χρησιμοποιήσει και πιο ωμές), αλλά πολύ απλά, διότι αυτή η έκφραση, που υποτίθεται ότι θα συνόψιζε στην καθομιλουμένη την αιμομιξία, δεν αντιστοιχεί στην εμπειρία του.

Αυτό για το οποίο μας μιλά είναι «μια κοινωνία, μια ευτυχισμένη διαχυτικότητα / θέρμη μέσα σε ένα βλέμμα». Θα μπορούσαμε σίγουρα να σκεφτούμε την χαρίεσσα εικόνα του νεογνού που κοιτάζει έντονα τη μάνα του που το κρατά μπροστά της καθισμένο στα γόνατά της. Αλλά αυτό δεν αρκεί και επιπλέον δεν θα ήμασταν πιστοί στα λόγια του Φίλωνα, ο οποίος μας μιλά για «ένα δεύτερο βλέμμα» (σε δεύτερο πλάνο) και, μας λέει καθαρά, ότι πρόκειται για μια παραπομπή / αναφορά στον πατέρα του. φαντάζομαι, έχοντας ήδη την προσωπική μου εμπειρία, τι ιδέες μπορεί να περάσουν από τα σοφά μας μυαλά: πατέρας, Οιδίπους, Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, ζήλεια, επιθετικότητα, «καλύτερα να πάω κρυφτώ» κλπ. Όμως προτιμώ να συνεχίσω, ακολουθώντας κατά λέξη τα λόγια του Φίλωνα: «…Είναι σαν να είχε (η μητέρα) βρει σ’ εμένα, την ικανοποίηση που δεν έβρισκε από τον πατέρα μου…». Πρόκειται λοιπόν, και μάλιστα με εύγλωττο τρόπο, όσον αφορά αυτό το βλέμμα, γι’ αυτό που η μητέρα ανέμενε από τον πατέρα, επί λέξη: «…αυτό που δεν εύρισκε στον πατέρα μου…».

Εδώ ακριβώς θα βρούμε τον αληθινό κόμβο της κατάστασης, την οποία μπορούμε να διατυπώσουμε ως εξής: 1) η μητέρα περιμένει κάτι, 2) κάτι που ο μπαμπάς μπορεί να της δώσει, 3) που δεν της το δίνει. Πρόκειται λοιπόν κυριολεκτικά για μια διαψευσμένη αναμονή της μητέρας, που οδηγεί, μας το λέει ξεκάθαρα, σε μια μεταστροφή / στροφή αυτής της αναμονής προς το Φίλωνα: «…Σαν να είχε βρει από μένα την ικανοποίηση…». Απ’ αυτήν λοιπόν την έλλειψη ικανοποίησης της μητέρας από τον πατέρα, έτσι όπως το διατυπώνει ο Φίλωνας, συνάγονται τα υπόλοιπα: ταυτότητα συναισθημάτων / κοινωνία διαμέσου του βλέμματος /συνεννόηση – συνενοχή / μυστική οικειότητα.

Είναι εμφανές από δω και στο εξής, για να υπογραμμίσουμε τα πράγματα έτσι όπως αποκαλύπτονται στο παρόν απόσπασμα, ότι αυτό το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του τεμένους είναι η ανικανοποίητη επιθυμία της μητέρας, έτσι όπως αυτή εμφανίζεται στη συναλλαγή της με το παιδί. Τελικά, γεγονός υψίστης σημασίας, κατά τη γνώμη μας, που αποτελεί πραγματικά το κλειδί της ψυχαναγκαστικής θέσης, είναι η παρατήρηση: «…σαν να της ήμουν απαραίτητος…». Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει ένα κομματάκι στον κόσμο του ψυχαναγκαστικού που να ξεφεύγει από τον φορτικό καταναγκασμό της αναγκαιότητας. Δεν υπάρχει ευχαρίστηση που να μην χαρακτηρίζεται ως απαραίτητη, οι διακοπές «κεντρίζονται και δικαιολογούνται» με βάση ένα υποχρεωτικό /καταναγκαστικό πρόγραμμα. «Πρέπει» ή «οφείλω να» είναι οι μόνοι κοινοί παρονομαστές όλων των δραστηριοτήτων του ιδεοψυχαναγκαστικού. «…Ο μοναδικός μου σκοπός» λέει ο Φίλωνας, «είναι να είμαι το μοναδικό πράγμα της μητέρας μου…» ή, πιο κλασσικά, ο ρόλος του Τίτου, τον οποίον απαγγέλλει με ευχαρίστηση:

«…Δημιούργησα στον εαυτό μου μια απαραίτητη ευχαρίστηση

      Να την βλέπω κάθε μέρα, να την αγαπώ, να της αρέσω…»

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να αναλύουμε όλα τα χωρία του λόγου του Φίλωνα, τον οποίον μετέφερα εδώ αποσπασματικά, και θα βρίσκαμε κι άλλα θέματα για ανάλυση, όπως, π.χ., το ζήτημα της κλίσης, την αμφιβολία η οποία τίθεται υπό αίρεση το ιερό σύμφωνο, την εικόνα του φιδιού που δαγκώνει την ουρά του. Πιστεύω όμως ότι οι παρατηρήσεις μας, έστω και μερικές, θα αρκέσουν προς το παρόν για να αρχίσουμε να διαρθρώνουμε αυτό που αποτελεί το κομβικό σύμπλεγμα του Ι/Ψ.

Στο κέντρο, όπως ήδη διαπιστώσαμε, υπάρχει η μητέρα ως επιθυμούσα ύπαρξη. Αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε όταν μας τσιγκλάει η περιέργεια για το κυνήγι του θησαυρού που μας προτείνει ο Ι/Ψ. Υπάρχουν σίγουρα χίλιες δυο αιτίες που μια μητέρα είναι ανικανοποίητη και αν αυτό από μόνο του δεν αρκεί για τη δημιουργία ενός νεαρού ψυχαναγκαστικού, αποτελεί απόλυτα αναγκαία προϋπόθεση. Για να φτιαχτεί ένας πραγματικά καλός ψυχαναγκαστικός χρειάζεται, ούτως ή άλλως, το παιδί να έχει σημαδευτεί – ο Φίλωνας μας το είπε συχνά– με το ανεξίτηλο στίγμα της ανικανοποίητης μητρικής επιθυμίας.

Αυτή είναι η πρώτη ανείπωτη εμπειρία με την οποία αρχίζει η ιστορία του ψυχαναγκαστικού. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή είναι που σταματά γι’ αυτόν η ιστορία του υπόλοιπου κόσμου, βγαίνει από το χρόνο των κοινών θνητών, για να προσχωρήσει στην αόριστη διάρκεια που σηματοδοτεί τις ώρες του μικρόκοσμού του. Στο κάτω κάτω είναι ευνόητο: δεν είναι δα και ένα μικρό προνόμιο να βρίσκεται κανείς πλήρης των ευνοιών της μητέρας του, να είναι ο εκλεκτός της, πριν καν ακόμη το επιθυμήσει και αδημονήσει γι’ αυτό και να βρίσκεται κατ’ αυτόν τον τρόπο πλήρης, πέρα από κάθε όριο και προσμονή. Ο Φρόυντ βεβαιώνει ότι η ιστορία του ψυχαναγκαστικού, αντίθετα με αυτήν του υστερικού, ξεκινά με μια πρόωρη σεξουαλική ικανοποίηση δύσκολο να ξαναβρεθεί. Είναι παραπάνω από βέβαιο ότι σ’ αυτήν την παθιασμένη κατάσταση που περιγράψαμε, όπου το παιδί γίνεται εκλεκτός της μάνας του, κάθε φυσική επαφή παίρνει, υπερβολικά, αξία σαρκικής επαφής. Κι αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για την καθημερινή τουαλέτα, χωρίς βέβαια να υπολογίσουμε τη φροντίδα της περινεϊκής και κυρίως της πρωκτικής περιοχής. Δεν εφευρίσκω τίποτε: ο ψυχαναγκαστικός στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή ονειρεύεται τους πιο εξαίσιους βιασμούς και βλέπει με αυταρέσκεια τον εαυτό του αφημένο στα χέρια μιας νεαρής, μητρικής, γεμάτης προσοχή νοσοκόμας.

Αυτή είναι η πρόωρη σεξουαλική εμπειρία που σημάδεψε τον ψυχαναγκαστικό και τη βρίσκουμε σταθερά. Αυτό τουλάχιστον μια ανάλυση δεν μπορεί να μην το ξαναβρεί διαμέσου των δευτερευουσών εμπειριών (που αποτελούν άλλοθι), της αποποίησης, των διαμαρτυριών, της απέχθειας και των εκλεκτικών αποστροφών. Όταν λέω ότι ξαναβρίσκουμε αυτήν την εμπειρία, δεν εννοώ υπό μορφή ξεχασμένου γεγονότος. Όχι: γύρω από το μυστικό, το αρτοφόριο διαλύεται και η στιγμή της ανείπωτης χάρης – παραμένοντας ως έχει, αναλλοίωτη – συναντά τον ζωντανό χείμαρρο των ξεχασμένων αναμνήσεων.

Δεν είναι απλό να φτάσει κανείς εκεί και πρέπει να είναι ταυτόχρονα ταχύς, επίμονος και υπομονετικός όταν παρουσιάζεται κάποιο άνοιγμα. Εδώ, από τις πρώτες κιόλας λέξεις, εμφανίζονται ένας φόβος και ένας θυμός που δεν είναι προσποιητοί. «…Σκατά, λες και σε αφορά!…» (λες και σε κοιτάζει). Μη νομίζετε ότι πρόκειται για απλή λεκτική σύμπτωση. Πρόκειται στην κυριολεξία για το βλέμμα. Εξ άλλου, το οικείο αυτό θέμα αναδύεται στην αρχή στην πλειοψηφία των συνεδριών μας: πρόκειται για το βλέμμα μου, που το αισθάνεται φιλόξενο και καλοπροαίρετο, απέναντι στο οποίο νιώθει μια οφειλή και στο οποίο απαντά με επιφυλακτικότητα, μ’ ένα σφιγμένο, ανέκφραστο πρόσωπο, μάλλον φευγαλέο, όπως θα αρμόζει – νομίζει – σε έναν αναλυτή. Αυτή η υποδοχή αποτελεί για τον Φίλωνα ένα ερώτημα, μια σιγουριά, αλλά και μία απειλή. Προσδιορίζει έτσι την ουσία της κατάστασης, αναφερόμενος ξανά σε ένα συνηθισμένο όνειρο, το οποίο ξαναδιηγείται σαν σε ονειροπόληση: «…Κάποιος με πλησιάζει, με το βλέμμα προσηλωμένο πάνω μου. Είναι ένας άντρας. Ακατάπαυστα προσπαθώ να τον απωθήσω, εν τούτοις με πλησιάζει, αρχίζω να χτυπώ επανειλημμένα αυτή τη μούρη. Όσο τα χτυπήματά μου πολλαπλασιάζονται, τόσο πλησιάζει και επανέρχεται προς εμένα σαν ένας σάκος του μποξ. Μοιάζει απαθής και στο πρόσωπό του εμφανίζεται ένα σαρκαστικό χαμόγελο. Η αγωνία με κατακλύζει…». Σ’ αυτό το σημείο ξυπνά τρέμοντας.

Πρόκειται για το περιφρονητικό βλέμμα του μεγάλου αδελφού προς το μικρό φρόνιμο αγόρι ή, ακόμη καλύτερα, για το απροσδιόριστο βλέμμα του πατέρα του, που μέσα από τη γλυκύτητά του, διακρινόταν κάτι το ψυχρό, το άτεγκτα ανελέητο; δεν γνωρίζω: πρόκειται αναμφίβολα για τα δύο μοντέλα του βλέμματος του Άλλου στον οποίον ο Φίλωνας δεν καταφέρνει να φτάσει.

Χωρίς να έχω δώσει λύση προς το παρόν, σας παρέδωσα ό,τι μου είπε ο Φίλωνας.

Μπορούμε, χωρίς αμφιβολία, να επιχειρήσουμε μια θεωρητικοποίηση αυτού του αποσπάσματος. Ελπίζω ότι η επεξεργασία που προτείνω να σας φανεί λιγότερο αφηρημένη.

Δεν έχω την αφέλεια να ισχυριστώ ότι αυτό το απόσπασμα συνεδρίας, παρουσιασμένο κατά λέξη, εμπεριέχει και μάλιστα με τον πιο εκφραστικό τρόπο όλη τη θεωρία της επιθυμίας του ψυχαναγκαστικού. Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι μπορεί να είναι διαφωτιστικό. Δεν έχω επίσης το θράσος να πιστεύω ότι η δική μου και μόνον κλινική εμπειρία έθρεψε και γέννησε τη θεωρητική διάρθρωση που σας προτείνω. Παραμένω πεπεισμένος ότι μια εμπειρία δεν μπορεί να είναι γόνιμη, παρά μόνον όταν θέτει σε δοκιμασία μια υπόθεση εργασίας.

Χρειάζεται λοιπόν, πριν να συνεχίσω, να υπενθυμίσω με λίγα λόγια την αντίληψη σχετικά με την Οιδιπόδεια εξέλιξη πάνω στην οποία βασίζομαι. Όχι ότι διαφέρει από αυτό που ο καθένας μας γνωρίζει, αλλά διότι ορισμένες διατυπώσεις και διευκρινίσεις, διατυπωμένες από τον J. Lacan, δίνουν τη δυνατότητα για μια πιο ευρεία και πιο αυστηρή χρήση του οιδιποδείου σχήματος στην κλινική πράξη.

Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα αναφέρεται στην εξέλιξη κατά την οποία η μητέρα ως πρωταρχικό και κεντρικό πρόσωπο, αντικαθίσταται, προοδευτικά, από τον πατέρα ως κύρια και τελική αναφορά.  Έχοντας έτσι καθορίσει σε γενικές γραμμές αυτή την εξέλιξη, διακρίνουμε τρεις φάσεις:

Σ’ έναν πρώτο χρόνο, είναι η μητέρα, ως ον επιθυμούν, το κεντρικό πρόσωπο. Τα άτομο αυτο-ταυτοποιείται με το αντικείμενο της μητρικής επιθυμίας. Χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα μιας τέτοιας επιθυμίας, το παιδί μοιάζει να συγκρατεί ένα απλουστευτικό σχήμα: «για να αρέσω στη μητέρα, πρέπει και αρκεί, αγόρι ή κορίτσι, να είμαι ο φαλλός». Υπενθυμίζω με την ευκαιρία, ότι ο φαλλός στην προκειμένη περίπτωση δεν περιορίζεται στο φυσικό σχήμα της σημαινόμενης πραγματικότητας, αλλά έχει από δω και στο εξής, όπως επίσης και για τη μητέρα, συμβολική και σημαίνουσα αξία. Αυτή είναι λοιπόν η πρώτη φάση «για να αρέσω στη μητέρα πρέπει και αρκεί να είμαι ο φαλλός».

Η επόμενη φάση είναι η πιο σημαντική και η πιο πολύπλοκη. Στο επίπεδο αυτό είναι που συμβαίνει η πλειοψηφία των γενεσιουργών ατυχημάτων της νεύρωσης. Ας δώσουμε εν περιλήψει την ομαλή εξέλιξη. Το άτομο νιώθει αρκετά νωρίς ότι η μητέρα δεν ικανοποιείται από την πρώτη λύση και αποκολλάται σύντομα από την ταύτιση που του φαίνεται, εκ των υστέρων, μη ικανοποιητική. Αυτό το ανικανοποίητο και η επιμονή της μητρικής επιθυμίας το παραπέμπουν σε κάτι άλλο. Τι είναι αυτό το κάτι άλλο; να το κρίσιμο άνοιγμα που θέτει στο παιδί η μητρική επιθυμία. Έτσι εμφανίζεται με απτό τρόπο στη ζωή του παιδιού, πριν ακόμη διασαφηνιστεί η θέση της, μια αναφορά, ένα σύμβολο, που αιχμαλωτίζει / συλλαμβάνει τη μητρική επιθυμία. Μ’ αυτόν τον τρόπο παρουσιάζεται στο επίπεδο της εμπειρίας ο τρίτος άλλος. Χρειάζεται να πούμε ότι αυτός ο τρίτος εμφανίζεται κυρίως ως υπαρκτό πρόσωπο; Όχι. Η πιο σχολαστική ανάλυση μας δείχνει πως, αντιθέτως, αυτός ο τρίτος, ο πατέρας, εμφανίζεται ως άτομο στο οποίο αναφερόμαστε (για να το κακολογήσουμε ή για να του αποδώσουμε τιμές, αδιάφορο), ένα άτομο στο οποίο αναφερόμαστε όπως σε ένα Νόμο. Στην καθημερινότητα είναι το «ο μπαμπάς είπε» ή «θα το πω στο μπαμπά» της μητέρας. Όμως αυτός ο πατέρας, προτού να υπάρξει ως αυτός που στερεί ή ως ο ευνουχιστής ή ό,τι άλλο θέλουμε για το παιδί, εμφανίζεται στα μάτια του παιδιού ως αναφορά, αν όχι ως ο κύριος της μητέρας. Κι όσο κι αν ο συμβολικός φαλλός, σημαίνον της μητρικής επιθυμίας, βρίσκεται να έχει κάποιο νόημα σ’ αυτήν την αναφορά της μητέρας ως προς τον άντρα της, στα μάτια του παιδιού και στη φαντασία του, ο πατέρας εμφανίζεται πρώτιστα ως στερητής και ευνουχιστής της μητέρας και όχι του παιδιού.

Έχει σημασία να τα κατανοήσουμε αυτά σε βάθος, ώστε να κινούμαστε άνετα σε ό,τι έχει να κάνει με το σύμπλεγμα του ευνουχισμού. Η συνεισφορά αυτής της δεύτερης φάσης του Οιδιπόδειου συνίσταται στο ότι το παιδί, με τη διαμεσολάβηση της μητρικής επιθυμίας, φθάνει να αντιληφθεί το νόμο του πατέρα, ο οποίος είναι ο κύριος και ο κάτοχος του φαλλού. Πολύ περισσότερο, αφού μοιάζει να τον κρύβει και να τον φυλάει. Ο πατέρας αναδεικνύεται ως απαγόρευση και αναφορά. Αυτή τη στιγμή είναι που το αντικείμενο της επιθυμίας εμφανίζεται μέσα στην πολυπλοκότητά του ως αντικείμενο υποταγμένο στο νόμο του άλλου. Ο

Jacques Lacan λέει με μια διατύπωση ότι αυτή η φάση αποκαλύπτει «τη σχέση της μητέρας με το νόμο του πατέρα».

Ο τρίτος χρόνος είναι πολύ πιο απλός. Ο πατέρας δεν είναι μόνο φορέας του Νόμου, αλλά κατέχει και ένα αληθινό πέος. Με μια λέξη, ο πατέρας είναι αυτός που έχει το φαλλό και όχι μόνο αυτός που είναι ο φαλλός. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται ο συγκεκριμένος πατέρας να μην είναι ούτε υπερβολικά ανίσχυρος / ανίκανος, ούτε υπερβολικά νευρωτικός. Σ’ αυτόν τον τρίτο χρόνο, ο πατέρας αποκαλύπτεται ως αληθινός κάτοχος, στην πραγματικότητα και όχι μόνο συμβολικά, ενός πέους.

Η εξέλιξη μπορεί να ολοκληρωθεί με την καινούργια ταυτοποίηση και την ανάδειξη του Ιδανικού του Εγώ. Για το αγόρι, όπως και για το κορίτσι, είναι η στιγμή που απαρνιούνται κάθε απομεινάρι της πρώτης ταυτοποίησης με τον «φαλλό που αρέσει στη μαμά», για να γίνουν «σαν τους μεγάλους», αυτός που έχει έναν φαλλό ή αυτή που δεν έχει και τον περιμένει από έναν άντρα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο πατέρας, ως φορέας του φαλλού, αντικαθιστά τη μητέρα ως το άτομο που δίνει στην εξέλιξη τον φυσιολογικό της χαρακτήρα. Η μητέρα από κεντρικό πρόσωπο γίνεται μεσολαβητής. Για το παιδί δεν τίθεται πλέον θέμα να είναι ή όχι ο φαλλός, αλλά να τον έχει ή όχι.

 

Διαμέσου αυτών των τριών φάσεων, ποια ήταν η τύχη του Φίλωνα και πώς έγινε αυτός που γνωρίσαμε;

Χωρίς αμφιβολία, από την πρώτη φάση κρατάει την πιο καθάρια και φωτεινή ανάμνηση. Ζει ακόμη εκεί, απ’ ότι φαίνεται. Λίγο του λείπει για να πει «για να αρέσω στη μητέρα μου, πρέπει να είμαι ο φαλλός». Γιατί, κατά βάθος, αυτό είναι που σκέφτεται όταν μας λέει «ο μοναδικός μου σκοπός, να είμαι το μόνο απαραίτητο πράγμα για τη μητέρα μου». Μοναδική του έγνοια είναι να της αρέσει, σ’ αυτό αυταρέσκεται.

Χωρίς να χρειάζεται να φτάσουμε να «ψιλολογήσουμε» τα όνειρα για να βρούμε την ομολογία της συνολικής του ταύτισης με το φαλλό, ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του να αντιδρά σε κάποιες αναστατώσεις κοκκινίζοντας, μ’ ένα είδος θερμότητας και διάχυτης συμφόρησης, που τον κάνουν να μαγκώνεται και να γίνεται τελείως άκαμπτος.

Αυτή η συνολική αντίδραση, αυτός ο ολοκληρωτικός τρόπος του είναι, σαν μονόλιθος, δεν περιορίζεται μόνο στη σφαίρα της μυϊκής δραστηριότητας. Δεν έχω το περιθώριο να αναφερθώ σε όλα τα στοιχεία του τρόπου ύπαρξης του Φίλωνα που αναδεικνύουν την ενυπάρχουσα ικανοποίηση σ’ αυτήν την πρωτογενή φάση ταύτισης με το αντικείμενο της μητρικής επιθυμίας: θα ήταν μια πολύ μακρά απαρίθμηση.

Αν λοιπόν είναι σίγουρο ότι διατηρεί μια νοσταλγία γι’ αυτόν τον πρώτο καιρό, νοσταλγία που φτάνει μέχρι σημείου να τον κρατά μέσα σε ένα όνειρο από το οποίο δεν μπορεί να βγει, είναι εξίσου βέβαιο ότι δεν έχει φτάσει στην Τρίτη φάση, εκεί όπου, αποδεσμευμένος από τη μαγική ταύτιση, τοποθετείται ως κάτοχος του φαλλού. Με μία λέξη: δε νιώθει άντρας. Στα τριάντα του έχει παραμείνει ο μικρούλης, ο υποταγμένος, αυτός που ζητά ευγενικά, που ζητάει συγγνώμη κάθε λεπτό και για οτιδήποτε, που μετανιώνει για τις εκρήξεις του. Δε νιώθει όμοιος με αυτά τα αρσενικά που κατέχουν τις γυναίκες: δεν ήρθε ακόμη ο καιρός του και σχεδόν ακούει μια φωνή να του λέει: «όταν μεγαλώσεις». Εξεγείρεται λοιπόν, διαμαρτύρεται, διατρανώνει την υπεροχή του, την εξυπνάδα του, αλλά τίποτε απ’ όλα αυτά δε χρησιμεύει· το νιώθει καλά: δεν είναι ακόμα «ένας μεγάλος». Δε νιώθει ούτε κάτοχος, ούτε κύριος του φύλου του. Κι αν ο Φίλωνας διατηρεί την ελπίδα να το βρει κρυμμένο στη γυναίκα, αυτό είναι που τον φυλάει από την ατέρμονη, διαστροφική αναζήτηση του ομοφυλόφιλου.

Τι συνέβη λοιπόν σ’ αυτόν το δεύτερο χρόνο που, όπως αποδείξαμε, επιτρέπει στο παιδί να ανοιχτεί στον κόσμο της επιθυμίας και του νόμου, με τη διαμεσολάβηση της μητέρας; Μοιάζει υπερβολικά απλό να πούμε: αντί για το ανικανοποίητο, φυσικό επακόλουθο μιας πρωτογενούς ταύτισης με το φαλλό, ανικανοποίητο, που τον ωθεί να στρέψει το βλέμμα προς τη μεριά των σχέσεων της μητέρας με το αίνιγμα του πατέρα, ο Φίλωνας συνάντησε την ικανοποίηση.

Γιατί; Απλούστατα διότι η μητέρα του μετέφερε την επιθυμία της σ’ αυτόν, με όλη την ασυνείδητη και ερεθιστική [5] τρυφερότητα μιας γυναίκας νευρωτικά ανικανοποίητης. Δεν είναι καν απαραίτητο να παρουσιάσουμε διεξοδικά την άκαμπτη ηθική του πατέρα, τη χάρη του, την καλοσύνη του, τη φιλανθρωπία του, στοιχεία που περιβάλλανε έναν ανδρισμό μετρημένο, τσιγκούνικο, και που τον ασκούσε με τύψεις σαν να ήταν αμαρτία. Όλα αυτά ο Φίλωνας τα λέει εν περιλήψει: «ήταν σαν να είχε βρει σε μένα την ικανοποίηση που δεν έβρισκε από τον πατέρα μου».

Υπενθύμισα προ ολίγου με ποιον τρόπο ο ήρωάς μας περιγράφει και αναφέρεται σ’ αυτήν την προνομιούχο εμπειρία, που τον αποζημίωνε πέρα από κάθε όριο και για την οποία διατηρεί την πιο βαθιά νοσταλγία. Έκτοτε ζει σαν σε μια αγαπημένη φυλακή. Η μητέρα του, η οποία όφειλε να γίνει η διαμεσολαβήτρια και η οδός, παρεμβλήθηκε ως σκοπός και ως αντικείμενο. Ο κύκλος έκλεισε, σε μια υπέροχη διάχυση, τη στιγμή που μόλις άρχιζε η κούρσα της επιθυμίας.

Και να που η κούρσα συνεχίζει, αδιάκοπα άγονη, κοπιώδης, μέσα στην άψογη σφαίρα του μητρικού βλέμματος. Ο Φίλωνας ακούει τον πατρικό λόγο σαν απόηχο, συλλαμβάνει το βλέμμα του όπως σε μια φωτογραφία.

Ας ξανασυναντήσουμε επιτέλους την επιθυμία του Φίλωνα, φυλακισμένου σ’ αυτό το μαγεμένο μικρόκοσμο.

*

Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ αυτό που προτείναμε προ ολίγου, δηλαδή την ιδιομορφία της επιθυμίας σε σχέση με την ανάγκη και το αίτημα. Όπως λέγαμε, είναι  το ίδιον του φαντασιακού και γίνεται αντιληπτή ως διαμεσολάβηση, που σηματοδοτεί μια βασική αντινομία. Αυτό δεν θα μπορούσε να είναι διαφωτιστικό παρά μόνο αν θέσουμε, όπως ήδη κάναμε, ότι το ίδιον της ανάγκης είναι να φθάνει, να αγγίζει το αντικείμενο και να ικανοποιείται απ’ αυτό, ενώ το αίτημα στοχεύει το είναι του Άλλου.

Ο Φίλωνας, όπως κάθε παιδί, είχε με τη μητέρα του μπερδεμένες σχέσεις, τόσο στο επίπεδο της ανάγκης – καθόσον δεν ήταν αυτόνομος -, όσο και στο επίπεδο του αιτήματος, διότι η αναγνώριση του ατόμου ως ξεχωριστού όντος, ως υποκειμένου, είναι το προϊόν μακρόχρονης υπομονετικής πορείας. Από τη στιγμή που ο Φίλωνας ζούσε, όπως και όλοι οι όμοιοί του, σ’ αυτήν τη διπλή αναμονή, εισερχόταν εξ αιτίας αυτής ακριβώς της συνθήκης, στη φαντασιακή σφαίρα της επιθυμίας ως διαμεσολαβητής, γεμάτος ερωτηματικά, απαιτητικός απέναντι στη μητέρα του. Η ίδια, πιασμένη στο δίχτυ της επιθυμίας του παιδιού της, μυστικά και επαναληπτικά καλούμενη, νιώθει να ξανά-αναβλύζει η δική της επιθυμία και ιδίως το δικό της ανικανοποίητο.

Αυτές είναι οι γενικές συνθήκες, εύκολα αναγνωρίσιμες, χάρη στις οποίες επέρχεται το βραχυκύκλωμα στην εξέλιξη, στο οποίο βασίζεται η ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση. Η μητέρα ανταποκρίνεται στις ελπίδες του γιού της, εκδηλώνοντας την επιθυμία της. Η πρωτοεμφανιζόμενη επιθυμία του παιδιού, που μόλις βγαίνει από τη φάση της ανάγκης ή της αναμονής του αιτήματος, βρίσκεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δια μιας διαμορφωμένη, επιβεβαιωμένη και, ακόμη περισσότερο, ικανοποιημένη.

Η επιθυμία του ιδεοψυχαναγκαστικού, έτσι πρόωρα διεγερμένη και αμέσως ικανοποιημένη θα φέρει, περισσότερο από κάθε άλλη επιθυμία, το στίγμα της προωρότητας. Πριν από οτιδήποτε άλλο, θα διατηρήσει το χαρακτήρα της στοιχειώδους απαίτησης, της ανάγκης. Θα φέρει επίσης – με άσβηστο τρόπο – τη σφραγίδα του ανικανοποίητου, ίδιον κάθε αιτήματος.

Αφού εκθέσαμε τα παραπάνω με γενικό τρόπο, ας επανέλθουμε στην ανάλυση του Φίλωνα. Παρόμοιος με πολλούς άλλους ιδεοψυχαναγκαστικούς, φανταζόταν κάθε λογής ιστορίες κατά τη διάρκεια της τρυφερής του ηλικίας. Η ζωή του, φτιαγμένη από όνειρο και επιθυμία, θρεφόταν εξίσου καλά από τα περιστατικά της εμπειρίας του, όσο και από τους σκοτεινούς, γι’ αυτόν, νόμους του κόσμου των «μεγάλων». Τα κατορθώματα του ήρωα, τα μαρτύρια του ταπεινωμένου ομήρου διέγειραν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τη φαντασία του. Στα παιχνίδια του πραγματοποιούσε κατορθώματα. Του άρεσε επίσης να «ποδοπατιέται» από τους νεαρούς συντρόφους του, έχοντας αόριστα συνείδηση ότι ξεπερνούσε τα όρια της αθωότητας που ταιριάζει στα παιδιά.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, μου μίλησε μια μέρα για μια ιστορία πολύ διδακτική που, όντας λίγο αφηρημένος, δυσκολεύτηκα να συνειδητοποιήσω αν προερχόταν από κάποιο εικονογραφημένο ή από το πρώτο του ανάγνωσμα. Ήταν  η ιστορία του Gonzagues-που-πέθανε-σαν-μάρτυρας-σε-χώρες-βαρβαρικές. Απ’ αυτή τη θαυμάσια και διδακτική ιστορία δεν θα αποκαλύψω τίποτε περισσότερο, διότι αντιλήφθηκα σύντομα ότι ο ευτυχής Gonzagues ήταν ένας πρόγονος λατρεμένος που έζησε στην πραγματικότητα, υπέφερε και πέθανε προ25ετίας.

Αργότερα μου μίλησε λίγο γι’ αυτόν. Τον ρώτησα: αναγνώρισε ότι ο Gonzagues υπήρξε μυστικά ο ήρωάς του. Γύρω στα πέντε του σκεφτόταν αφελώς ότι έπρεπε να πάει με τα πόδια σε μακρινές, βάρβαρες χώρες, όπου κανείς γίνεται ιερομάρτυρας και επέβαλλε στον εαυτό του μακρινούς ποδαρόδρομους ώστε να το πετύχει αργότερα μεγαλώνοντας, πράγμα που στην αρχή εξέπληξε και, όταν το μυστικό αποκαλύφθηκε, διασκέδασε την οικογένεια.

Ο Φίλωνας ο εκλεκτός δεν ήταν και κληθείς; 

Ας δούμε τις πηγές αυτού του παιδικού ονείρου. Ο πατέρας του Φίλωνα ήταν ένας τίμιος άνθρωπος, συνετός και λογικός, αλλά επιπλέον συγγενής και λάτρης του ήρωα· εις ανάμνηση του ονόμασε Gonzagues το τελευταίο του παιδί. Μήπως κι αυτός στα νιάτα του ελκόταν από μυστικές αποστολές; Πληθώρα ενδείξεων μας επιτρέπουν να το φανταστούμε. Εν πάση περιπτώσει, έγινε σύζυγος και πατέρας, που πρώτιστή του έγνοια είχε τη λατρεία της αρετής. Αυτό ακριβώς ήταν που αγάπησε η μητέρα του Φίλωνα. Στο πρόσωπο του συζύγου της γνώρισε και λάτρεψε τον συγγενή του μάρτυρα. Στην τίμια και ευυπόληπτη εκδοχή που ήταν γι’ αυτήν ο ζων σύζυγος, ερχόταν να προστεθεί, σαν σε όνειρο, ένας Gonzagues φωτός και θανάτου. Μέσα σ’ αυτήν την συγκυρία γεννήθηκαν τα παιδιά. Ο καθένας απ’ τους δύο βολεύτηκε ενάρετα σ’ αυτήν την κατάσταση και ο καθένας από την πλευρά του και με τον τρόπο του το πήρε απόφαση γι’ αυτήν την υβριδική πατρότητα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μικρός Φίλωνας, αναμφίβολα ο πιο προικισμένος, έμαθε μέσα από τους μύθους της «οικογενειακής φυλής» και τα οικογενειακά άλμπουμ να αναγνωρίζει το αληθινό αντικείμενο του πάθους μιας μητέρας τόσο λογικής και μετρημένης. Το βέβαιο ένστικτό του δεν τον ξεγέλαγε. Και η μητέρα αναγνώρισε στο πρόσωπο του μικρού της Φίλωνα τον αληθινό υιό της αγάπης της, το φως του ονείρου της, το αντικείμενο μάλιστα της επιθυμίας της. Εδώ βρίσκεται η «μυστική συνενοχή».

Ο Φίλωνας, δια μέσου της πολυαγαπημένης του μητέρας, έψαχνε πάντα την ευτυχία αν όχι την ευχαρίστηση. Υπήρξε αρχικά το αντικείμενο της ευχαρίστησής της, «το εντελώς ταυτισμένο με την επιθυμία της μαμάς», ο φαλλός ας πούμε αφαιρετικά ή, πιο συγκεκριμένα, κάτι που έπρεπε να υπάρχει από την πλευρά του πατέρα. Σύντομα όμως ανακάλυψε, με τη διαισθητική βεβαιότητα ενός παιδιού, ποιο όνειρο έτρεφε τη ζωή της μητέρας του: ο μάρτυρας ήρωας.

Έκτοτε, για να αρέσει στη μαμά, και κυρίως προσπαθώντας να ξαναβρεί την πατρική αναφορά μετέτρεψε τον μάρτυρα σε σύντροφο της φαντασίας του. Την επιθυμία του που μόλις γεννιόταν, την έφερνε, προς ώρας, σε λογαριασμό. Και την έφερνε πολύ περισσότερο σε λογαριασμό, από τη στιγμή που ζούσε το ίδιο όνειρο με τη μητέρα του. Ενωμένοι στο ίδιο όνειρο έγιναν σύντομα οι πραγματικοί σύζυγοι αυτής της «αγίας» οικογένειας: μοιράζονταν εξίσου το ίδιο ιδανικό. Η επιθυμία, καθώς και το όνειρό τους συναντιούνταν. Ο Φίλωνας φερόμενος από τη χαύνωση έμπαινε στη μεγάλη φαντασίωση που αποτελεί τη ζωή του ψυχαναγκαστικού. Παιδί μοντέλο και γιός αιμομίκτης υλοποιούσε την επιθυμία του μοιραζόμενος αυτήν της μητέρας του. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος ήταν ικανοποιημένοι.

Μας μένει να αναρωτηθούμε τώρα για την τύχη του αιτήματος του Φίλωνα. Μοιραζόμενος το όνειρο, την επιθυμία και, κατά κάποιον τρόπο την κλίνη της μητέρας του, οι άλλοι τον αναγνώριζαν ως υποκείμενο; Σίγουρα όχι. Επιπλέον υπήρξε ποτέ ως υποκείμενο στα μάτια της μητέρας του που ήταν τόσο τυφλωμένη;

Υπήρξε σίγουρα ένα παιδί ικανοποιημένο, σχετικά ευτυχισμένο, αν και κατά βάθος αγχωμένο. Αλλά η αναγνώριση από μια εθελοτυφλούσα μητέρα δεν αρκούσε. Το διαπίστωσε σιγά σιγά. Η εκτίμηση των δασκάλων, όσο ήταν κάλος μαθητής, του έδωσε για αρκετό διάστημα την εναλλακτική λύση που επιθυμούσε και ευχόταν να παραμείνει πάντα ο πολύ καλός μαθητής. Έρχεται όμως μια ηλικία που αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Οι δάσκαλοι δεν μπορούν να μετάσχουν, να μοιραστούν την επιθυμία του Φίλωνα και της μητέρας του και τον αφήνουν να τα βγάλει πέρα μόνος του, να κάνει τις επιλογές του.

Παρόλα αυτά ο Φίλωνας ρωτά, ψάχνει με κάθε τρόπο να τον αναγνωρίσουν και να τον οδηγήσουν. Αλλά με το που θα βρει έναν σύμβουλο, και βρίσκει ουκ ολίγους αφού δεν σταματά να προκαλεί τον καθένα να γίνει ο σύμβουλός του, αμέσως το μετανιώνει, δείχνεται περιφρονητικός αν ο άλλος αγνοήσει τη φαντασίωσή του, ανήσυχος αντιθέτως αν ο άλλος διορατικός, του πει  να «ξεκολλήσει». Ικανοποιημένος εν τέλει, αν πετύχει να τον γοητεύσει, καθότι γνωρίζει τη δύναμη της γοητείας του.

Εδώ ταιριάζει να θυμηθούμε (για να κατανοήσουμε κάτι απ’ αυτά τα αστείρευτα «τεχνάσματα» που συναντάμε στους άλλους Φίλωνες), ότι ονειρευόμενος τον Gonzagues, ο Φίλωνας δεν περίμενε κατά βάθος, η μητέρα του να ονειρεύεται μαζί του, αλλά αντιθέτως να του αποκαλύψει τι το καλύτερο είχε βρει από αυτό το όνειρο.

Ο πατέρας του Φίλωνα, αυτός ο μάρτυρας, ήταν εκείνος που μπορούσε και όφειλε να αναγνωρίσει το Φίλωνα, να τον βοηθήσει να ξεφύγει από τις πρώτες παγίδες της επιθυμίας, να τον μεταμορφώσει εν τέλει σε έναν νεαρό άντρα. Αλλά η μητέρα όχι μόνο δεν ευνοούσε καθόλου την προσέγγιση, αλλά αντιτίθετο και με πόσο μάλιστα καλοπροαίρετο ζήλο. Αντί γι’ αυτήν την αναγκαία συμβολή, αυτό το τόσο ζωτικό άνοιγμα, ο Φίλωνας γνώρισε ως απάντηση το γαργάλισμα εκ μέρους της μητρικής επιθυμίας, ακόμη και αυτής που εκπληρώθηκε πρόωρα.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως το αίτημα, βασική κινητήρια δύναμη του ατόμου στην πορεία του για την αναγνώριση εκ μέρους του άλλου, βιώνεται από τον Φίλωνα αποκλειστικά με τον ίδιο τρόπο που βιώνεται η επιθυμία. Φυσιολογικό επακόλουθο είναι το ότι η επιθυμία, η οποία μετατράπηκε σε φαντασιωσικό υποκατάστατο της προσωπικής αναζήτησης, καταδικάζεται, εξ αιτίας αυτής της σύγχυσης, να παραμένει απρόσιτη. Τελικά (και όπως ήδη σημειώσαμε) η επιθυμία, συγκεχυμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι έντονα σημαδεμένη από τη φυσική συνιστώσα της ανάγκης και εκδηλώνεται στον ιδεοψυχαναγκαστικό με τους χαρακτήρες της αναγκαιότητας, της ανυπομονησίας και της επιμονής, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ανάγκη.

Να λοιπόν ο αμφιλεγόμενος χαρακτήρας της επιθυμίας του ιδεοψυχαναγκαστικού: όμηρος των υπαρξιακών ερωτημάτων που τον υποθάλπουν, με την επιθυμία του ανήμπορη να επανακτήσει την αυτονομία της και την αξία της ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στην ανάγκη και στο αίτημα. Άγονη, πληθαίνει μέσα στο μεγάλο όνειρο που είναι η ζωή της. Μ’ αυτόν τον τρόπο εκδηλώνει την επιτακτική αναζήτηση ενός τρίτου που να μπορεί να την αναγνωρίσει και, έτσι, ταυτόχρονα να της επιστρέψει την ελευθερία της. Αυτά είναι που διακρίνουμε διαμέσου των παθών και των συμπτωμάτων του. Ο Φίλωνας αμφιβάλλει, αποτυχαίνει με πάθος: αυτό εκπλήσσει, ελκύει την προσοχή, κάνει ν’ αναρωτιέται αυτόν που πέφτει στην παγίδα του ενδιαφέροντος, παγίδα όπου ο Φίλωνας προσπαθεί να τραβήξει τον άλλον. Εδώ ακριβώς κρύβονται η ευχαρίστηση και η ελπίδα. Φαίνεται να μην έχει άλλο μέσο για να θρυμματίσει τη μαγεμένη σφαίρα, σφαίρα από γυαλί και όνειρο, από το να εκτίθεται αδιάκοπα, να δείχνει τον πισινό ή το όργανό του, αμφιβάλλων, δυστυχής, φίνος, διαλεκτικός, παράδοξα αποτυχημένος, με την κρυφή ελπίδα ότι επιτέλους κάποιος ΑΛΛΟΣ, Άνθρωπος ή Θεός, αλλά αληθινός, θα εμφανιστεί, θα επέμβει για να τον αναγνωρίσει, να τον ξυπνήσει από το όνειρό του, θα τον «αμολήσει» ελεύθερο στην επιθυμία του, έστω και αν χρειαστεί να τον τιμωρήσει.

Αλλά, αν και όντως η ελπίδα υπάρχει, οι ευχές δεν είναι και τόσο ειλικρινείς. Ο Φίλωνας είναι πάρα πολύ δόλιος. Γνωρίζει ήδη ότι υπάρχει ένας απόλυτος Άρχων, αδιαμφισβήτητος, ο μόνος, ο Θάνατος και εν τούτοις, παρότι ξέρει πως αν τον παραδεχόταν θα κέρδιζε τη σωτηρία του, λοξοδρομεί ακόμη μια φορά και για να του ξεφύγει κάνει τον πεθαμένο, προσφέρεται ως νεκρός υποκριτικά πριν ακόμη να έχει ζήσει.  «Γιατί θα μ’ έπαιρνες» του λέει σαν σε όνειρο «αφού είμαι ήδη νεκρός;».

Και δεν είναι μόνον αυτό, γιατί το να ζει κανείς μόνο με επιθυμία δεν είναι κάτι το ασύλληπτο, αντιθέτως, έστω κι αν είναι λίγο κουραστικό. Ο Φίλωνας θα ήθελε μερικές φορές, όπως όλοι αυτοί οι χαρούμενοι αστεΐζοντες τύποι, να κάνει να γεννηθεί, να ζήσει και να εξαντλήσει την περιπέτεια μιας όμορφης επιθυμίας έχοντας τη βεβαιότητα πως στη συνέχεια θα βρει μια άλλη πιο πικάντική. Αλλά δεν τίθεται καν τέτοιο ζήτημα. Το να ζήσει κανείς μια τέτοια ιστορία προϋποθέτει μια ικανότητα προσέγγισης, έστω και αδύναμης, ενός άλλου όντος, ζωντανού και θερμού.

Αυτό ακριβώς είναι που δεν μπορεί να υπάρξει στον κόσμο του ιδεοψυχαναγκαστικού. Ο Φίλωνας και η μητέρα του ενωμένοι με μυστικό τρόπο ως Gonzagues, έδωσαν γέννηση σε ένα έθνος πειθήνιων σκιών, αντίγραφων ακατάπαυστα επαναλαμβανόμενων, αλλά αποσπάστηκαν (κι αυτή ακριβώς είναι η αιτία της ένωσής τους) από κάθε άλλο άτομο, από όλα τα άλλα υποκείμενα της επιθυμίας. Ο Φίλωνας δεν ξεφεύγει ποτέ από την τροχιά της μητρικής επιθυμίας: αγνοεί στην κυριολεξία ότι ο πατέρας του ή οποιοδήποτε άλλο πλάσμα μπορεί να ζει με την επιθυμία, να θρέφει όνειρα διαφορετικά από τα δικά του.

Δεν υπάρχει όμως επιθυμία που να μπορεί να κρατηθεί ζωντανή μέσα στην απομόνωση ενός μοναχικού ονείρου. Έτσι ο μαζοχιστής θρέφει το πάθος του σαδιστικού ονείρου που κάνει ο σύντροφός του έστω κι αν απογοητευτεί. Ακόμη πιο απλά, αυτός που επιθυμεί μια γυναίκα εύχεται να γίνει το αντικείμενο των ονείρων της: το ότι τα δύο όνειρα δεν συμπίπτουν παρά σπάνια, δεν σημαίνει πως δεν είναι απαραίτητα για να ζήσει η επιθυμία. Την εποχή που ο έρωτας ήταν ιπποτικός, το παθιασμένο τριγύρισμα του θαυμαστή ήταν κάτι το αδιανόητο αν δεν συνοδευόταν από τη βεβαιότητα ότι το αντικείμενο του πόθου του ήταν μια γυναίκα επιφυλακτική, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής. Μπορούμε να φανταστούμε σήμερα να κάνουμε κόρτε σε μια απελευθερωμένη γυναίκα κατά τρόπο ιπποτικό; Είτε είναι, είτε λέει ότι είναι απελευθερωμένη, χρειάζεται ούτως ή άλλως μια άλλη στρατηγική.

Έτσι ταιριάζει να «ακουστεί» η φράση ο άλλος είναι το αναγκαίο υποστήριγμα. Όμως ο Φίλωνας, δέσμιος του μοναδικού του πάθους, αγνοεί τελείως τον άλλον ως ον της επιθυμίας. Κι όμως, για να ζήσει η επιθυμία ο άλλος είναι απαραίτητος. Σ’ αυτό το αδιέξοδο όλες οι προϋποθέσεις είναι μαζεμένες, όλα συνηγορούν στο να δημιουργήσει ένα άλλο, φτιαχτό, απατηλό υποστήριγμα μιας άγονης επιθυμίας. Το να δίνει στο άψυχο αντικείμενο ένα δήθεν παρουσιαστικό ζωής, να το κάνει να γεννιέται, να ζει και να πεθαίνει, να το κάνει αντικείμενο της εκλογής του, να το κανακεύει και μετά να το καταστρέφει, αυτό είναι το παιχνίδι άνευ σημασίας στο οποίο περιορίζεται ο Φίλωνας. Το αντικείμενο του ιδεοψυχαναγκαστικού είναι επενδεδυμένο με αυτήν την ουσιαστική λειτουργία.

Έξω απ’ αυτά τα πολυμήχανα στηρίγματα, το όνειρο κινδυνεύει να εξατμιστεί, ο Θάνατος να εμφανιστεί ως μάρτυρας / εκφραστής της αλήθειας. Για να αποφύγει αυτήν την καταστροφή, ξαναρχίζει αδιάκοπα το εξαντλητικό του έργο, δηλαδή να εκμηδενίζει ό,τι ζει και να δίνει στα υπόλοιπα το φαινομενικό παρουσιαστικό μιας εφήμερης ζωτικότητας.

Αυτή η, αδύνατον να συντελεστεί, αναζήτηση του άλλου παραμένει το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της επιθυμίας του ιδεοψυχαναγκαστικού.

Έτσι κλείνει ο κύκλος. Η αρχικά ικανοποιημένη επιθυμία υποκατέστησε το αίτημα. Παραμένει απομονωμένη σ’ ένα μοναχικό όνειρο /ονειροφαντασία κατοικημένο από σκιές, επικαλούμενη χωρίς ανάπαυλα τον άλλο, που τον έχει αποκλείσει και που παρόλα αυτά της είναι αναγκαίος.

Έτσι παρουσιάζεται μέσα από την ανάλυση του Φίλωνα η επιθυμία του.

 

                                                                       *           

Θα πρέπει πλέον να καταλήξουμε.

Θα ρωτούσε κάποιος τι πλεονεκτήματα έχουμε διατυπώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πράγματα; Θα απαντούσα αμέσως ότι, όσον με αφορά, βλέπω ένα διπλό κέρδος, και θεωρητικό και πρακτικό.

Θεωρητικά πρώτα απ’ όλα, υπάρχει η μέγιστη ανάγκη να επαναφέρουμε τα προβλήματα στο καθαρά ψυχαναλυτικό επίπεδο, αυτό της λίμπιντο και της επιθυμίας.

Σε μια προοπτική έρευνας, η ανάλυση ενός τέτοιου περιστατικού φαίνεται από τη φύση της να μπορεί να επιφέρει μερικές διευκρινίσεις και επιβεβαιώσεις στα θεμελιώδη προβλήματα της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης. Ο ακαθόριστος αλλά κεφαλαιώδης πρόωρος διαχωρισμός των ενορμήσεων στην ιστορία του ιδεοψυχαναγκαστικού επιβεβαιώνεται και απεικονίζεται μέσω της πρόωρης λιβιδινικής ικανοποίησης, η οποία μπλοκάρει στη συνέχεια το «κύκλωμα» του αιτήματος, το οποίο αποτελεί το μόνο ορθολογικό υποστήριγμα σε ό,τι έχει να κάνει με το ένστικτο του Θανάτου. Χωρίς αμφιβολία, θα βρούμε μέσω αυτής της προσέγγισης, την ευκαιρία να διαρθρώσουμε επιτέλους το αίνιγμα του χρόνου για τον ιδεοψυχαναγκαστικό, ενός χρόνου αιχμάλωτου και ξελογιασμένου από την επιθυμία. Αναφέραμε ήδη στο πόσο φως έριξε  η μελέτη της επιθυμίας του ιδεοψυχαναγκαστικού στο ερώτημα του θανάτου.

Από μια πιο άμεση θεωρητική άποψη, η αναφορά σ’ αυτές τις βασικές έννοιες όπως η λίμπιντο και η επιθυμία και η προοδευτική διευκρίνισή τους, θα επιτρέψει να τοποθετήσουμε ακόμη καλύτερα τις έννοιες που χρησιμοποιούμε στην τρέχουσα πρακτική. Είτε πρόκειται για τοπικές αναφορές, για να προσδιορίσουμε τις σχέσεις συγκρότησης ανάμεσα στο Εγώ και στην επιθυμία, είτε πρόκειται για δυναμικές αναφορές για να επιμείνουμε στην καθαρά λιβιδινική διάσταση της μεταβίβασης.

Από την πλευρά της πρακτικής τελικά, που υποθέτω ότι ενδιαφέρει όλους μας περισσότερο απ’ όλα, πιστεύω ότι η θεωρητική αυτή έποψη της καρδιάς του προβλήματος της επιθυμίας μπορεί να μας φανεί πολύ χρήσιμη.

Μας τοποθετεί «στα γεμάτα» στο επίπεδο της νεύρωσης και μας καθιστά προσεκτικούς και παρατηρητικούς στο χώρο αυτό , τον φτιαγμένο από επιθυμία και αίτημα, που αποτελεί η μεταβίβαση του ιδεοψυχαναγκαστικού. Οι αναφορές στη θεωρία της μεταβίβασης ή της δομής του Εγώ είναι άσκοπες, αφαιρετικές επεξεργασίες: το κάλεσμα της επιθυμίας δεν έχει ανάγκη από προσφυγή στα βιβλία. Η επιθυμία είναι εδώ, ζωντανή, ανησυχητική ή ελκυστική, πραγματικά παρούσα μέσα στην ένταση της θεραπευτικής ανταλλαγής, υφάδι του λόγου, υπόστρωμα των φαντασιώσεων και των ονείρων, ουσία της μεταβίβασης.

Όταν ενδιαφερόμαστε για την επιθυμία, πρακτικά κινούμαστε στο επίπεδο μιας ειδικής θεραπευτικής προβληματικής. Το ότι κάθε νευρωτικός ασθενής, ως γνωστόν, θέτει ένα «ερώτημα» στο θεραπευτή, το ότι του απευθύνει επί της ουσίας ένα αίτημα που συνεπάγεται την αναγνώριση, ο ιδεοψυχαναγκαστικός το κάνει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, ιδιαίτερα δύσκολο να ξεδιαλύνουμε γιατί είναι σκόπιμα συγκεχυμένος. Η ανάλυση που παρουσιάσαμε δίνει, νομίζω, στο θεραπευτή τα μέσα για να προσανατολιστεί στο χώρο αυτού του αιτήματος για βοήθεια ή για θεραπεία. Πρέπει να είναι προσεκτικός στο ότι, για τον ψυχαναγκαστικό, όλα τα αιτήματα είναι σημαδεμένα με τη σφραγίδα της επιθυμίας. Μιλώντας χυδαία, αλλά και κυριολεκτικά. Το «θέλω να με αναγνωρίσουν» έχει μετατραπεί σε «θέλω να με γαμήσουν». Και κινητοποιεί τα πάντα για να το πετύχει.

Αρκεί, για να αποφύγουμε να πιαστούμε κορόιδα, να μην ανταποκρινόμαστε ποτέ ή ελάχιστα ή υπεκφεύγοντας, όπως το κάνει – ενστικτωδώς θα έλεγα – ένας έμπειρος ψυχαναλυτής; Παρόλο που αυτή η στάση είναι βασική, σημαντική, δεν αρκεί.

Ο αναλυτής οφείλει επίσης να εκφράζεται, να «μαρτυρεί», δίκην απαντήσεως. Οφείλει να είναι αυτός που υποδέχεται γαλήνια το αίτημα και αυτός που μπορεί να αντέξει την ίδια στιγμή αυτήν την επίκληση-στο-ον χωρίς να το ακυρώνει αμέσως, παρορμητικά, με μια «εκπτωτική» περιοριστική ερμηνεία που αφορά αιτίες δευτερεύουσας σημασίας. Οφείλει να χειρίζεται το επιδέξιο χάρισμά του να διακρίνει και να ξέρει να επιχειρεί πάντα το διαχωρισμό ανάμεσα στο αίτημα και  στην επιθυμία, ανάμεσα στον κόσμο του Νόμου και του ονείρου. Αυτό απαιτεί ένα καλοακονισμένο εργαλείο, εύχρηστο αλλά στέρεο, ταχύ, οξύ και πειθήνιο, ώστε να ακολουθεί το περίγραμμα αυτών των αρμών για τους οποίους η παλιά παράδοση μιλά με πεζό τρόπο θυμίζοντας την τέχνη του τεμαχισμού του κρέατος.

Γύρω από το φαλλικό σύμβολο, σημαίνον της επιθυμίας που αποτελεί κεντρική αναφορά και διαμεσολαβητή στην πρακτική της τέχνης μας, πρέπει να διακρίνουμε   τον υπαρκτό αληθινό φαλλό του πατέρα του Φίλωνα, από τον φαντασιακό φαλλό του Gonzagues, την αρνητικότητα της απουσίας του μάρτυρα ήρωα από την άρνηση της πατρικής παρουσίας· να ξεχωρίσουμε το είναι από το έχειν αλλά αναγνωρίζοντας τη σχέση τους· να μην συγχέουμε τελικά το αίτημα αναγνώρισης με την επιθυμία «κρεβατιού».

Αυτά όλα μας φαίνονται απαραίτητα και επιπλέον αληθινά, για να αποφύγουμε την ιδέα ότι πρέπει να ανοίξουμε τις πόρτες της φυλακής όπου λιμνάζει ο δυστυχής Φίλωνας, γιατί έτσι, ακόμη κι αν πρόκειται για την εικόνα μιας φυλακής, θα μπαίναμε στο παιχνίδι της επιθυμίας και του ονείρου του. Αντιθέτως, το να ξέρουμε να διακρίνουμε, μας βοηθά να μην ξεχνάμε πως αυτό το κέλυφος από γυαλί δεν είναι παρά ένα «αυγό ονείρου».


ΣΥΖΗΤΗΣΗ

            Pr. Sarro (Βαρκελώνη) :-Η διάλεξη που άκουσα τράβηξε το ενδιαφέρον μου και θεωρώ ότι ο S. Leclaire μας έδειξε με θαυμάσιο τρόπο πώς το ψυχαναγκαστικό παιδί ενσαρκώνει και προσπαθεί να υλοποιήσει τη μητρική επιθυμία. Ίσως οι ισπανόφωνοι να μπορούν να το νιώσουν καλύτερα, καθότι χρησιμοποιούμε το ίδιο ρήμα :querer, το οποίο υποδηλώνει τις στενές σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ της επιθυμίας ,της θέλησης και της αγάπης.

            Dr. Henri Ey :-Η υπαρξιακή ανάλυση του « μανιακού » η του ψυχαναγκαστικού ,όπως τον ονομάζει ο S. Leclaire, αποκαλύπτει μία τάση, μία προδιάθεση ιερομάρτυρα. Και στην πηγή αυτού του καλέσματος ή αυτού του βαθιά αμφιλεγόμενου αιτήματος, που προέρχονται από μία ακόρεστη επιθυμία η οποία μοιάζει να θέλει να βρει ικανοποίηση και δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να το αποδεχτεί [το να ικανοποιηθεί], ο ψυχαναλυτής ανακαλύπτει τον κόμπο που συνδέει τον ψυχαναγκαστικό με τη μητέρα του και κάνει αδύνατο τον έρωτα. Φοβάμαι εντούτοις, ότι αυτή η αιώνια σχέση με τη μητρική εικόνα, θέλοντας να εξηγήσει τα πάντα τελικά δεν εξηγεί τίποτα. Όλα τα παραπάνω μας παρουσιάστηκαν κατά λαμπρό τρόπο, με το στυλ που είναι κοινό στον Lacan και στους μαθητές του και με το ιδιαίτερο στυλ του S. Leclaire, που ξέρει τόσο καλά να αναμειγνύει τις λεπτότητες των χαριεντισμών του ασυνείδητου με τα απίθανα πράγματα που συναντά η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Ίσως λοιπόν προσπαθώντας να συνδυάσει την ποίηση του με τη ραφινάτη επιτήδευση του μπαρόκ, ο S. Leclaire θα μπορούσε να προσθέσει πως ο « Φίλωνάς » [ Αγαπώ ] του δεν είναι παρά ένας « Φιλομένης» [ Αγαπώ + μένος], καθόσον η επιθυμία του δεν μπορεί να τείνει προς κάποιο αντικείμενο και το κάλεσμά του μένει χωρίς φωνή διότι δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει « αγαπών/μαγνήτης » ή « εραστής » [6] καθόσον παρέμεινε τόσο ανεπανόρθωτα αγαπημένος. Για τον Φίλωνα ο έρωτας δεν δίνεται ούτε παίρνεται αλλά τον υφίσταται ως ένα μαρτύριο όπου σιγοκαίγεται το απραγματοποίητο πάθος του. Οι παραπάνω αναλύσεις όσο και αν είναι αποδεικτικές και αναγκαίες για την επίλυση του νευρωτικού κόμπου, οφείλω να πω, κάνοντας το δικηγόρο του διαβόλου, ότι δεν μπορώ να μην σκέφτομαι (σαν να ήταν ένας ψυχαναγκασμός ) τα γιατί και τα διότι αυτής της ασθένειας  της επιθυμίας που αποτελεί η νεύρωση.

            Dr. J. Lacan :-Εκφράζω την επιδοκιμασία μου και την αναγνώρισή μου στον S. Leclaire για αυτή την εργασία που είναι καρποφόρα για όλους μας.

            Μία παρουσίαση που αφορά ένα μόνο κλινικό περιστατικό δεν θα μπορούσε να φωτίσει καλύτερα και τόσο ισομερώς τις επιμέρους πλευρές του θέματος. Και αυτές οι επιμέρους πλευρές ως τέτοιες και σύμφωνα με τη φύση της ψυχανάλυσης είναι που μας μεταφέρουν στην παγκόσμια σημασία της επιθυμίας.

            Παραμένει η κλινική οριοθέτηση του περιστατικού, η οποία μας λυπεί για ακόμη μία φορά καθότι η καθ’ νεύρωση δεν τεμαχίστηκε, διαμελίστηκε θα έλεγα, όπως της αρμόζει.

             Αν φωτίζεται λιγάκι ένα βασικό κίνητρο του παιχνιδιού της επιθυμίας του ψυχαναγκαστικού, πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι η επιθυμία εξανεμίζεται όσο ο ψυχαναγκαστικός πλησιάζει το αντικείμενο [της επιθυμίας του ], πρέπει να ομολογήσουμε ότι ο S. Leclaire  αναφέρθηκε σε ένα άλλο στοιχείο, αλλά μόνο στο τέλος της έκθεσης του παρ’ όλο που το έχει διατυπώσει αλλού και μάλιστα με έμφαση, αναφέρομαι στην « αρχή » του θανάτου που ενυπάρχει σ‘ αυτήν την επιθυμία.

             Μπροστά σ’ ένα κοινό που ήταν όλο δικό του απόψε, δεν θα μπορούσε να διευκρινίσει καλύτερα αυτό που ήθελε να καταστήσει κατανοητό όσον αφορά τη δομή, σύμφωνα με τη διδασκαλία που ακολουθεί. Το ότι κατέστησε εμφανή τη δομή που βρίσκεται πίσω από την επιθυμία, τη θέληση και το αίτημα, αυτό είναι που κάνει και η έκθεση του S. L. κάνει ένα βήμα πιο μπροστά από την καθημερινή μπερδεμένη χρήση των όρων όπου βρίσκονται συνήθως ανακατεμένα. Και γι’ αυτό η παρατήρηση του H. Ey ότι αναφέρθηκε για μία ακόμη φορά στην αιώνια σχέση μητέρας-παιδιού, τον αδικεί.

Αυτή η δομή κινητοποιείται από τις βαθιές σχέσεις του υποκειμένου με το σημαίνον, σχέσεις τις οποίες ο S. Leclaire δεν μπορούσε εδώ παρά να παρακάμψει.

Όσο για αυτό που σημείωσε ο Καθηγητής Sarro τόσο σωστά, δηλαδή το γεγονός ότι η ανάλυση  ενδιαφέρεται λίγο για τα Triebe, δεν μπορώ παρά να υπενθυμίσω πόσο εκπλήσσει ακόμη και μυαλά που είναι σε εγρήγορση, το που μπορεί να τους οδηγήσει μία έρευνα περί του λεξιλογίου : δηλαδή ότι ο Freud δεν μιλά ποτέ για ένστικτα αλλά μόνο για Triebe.

Για το Trieb, που διαφέρει από την ενστικτώδη ορμή, είναι η σύμφυσή του με το σημαίνον που του δίνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Και αυτό είναι που δεν έχουμε ακόμη επεξεργασθεί, παρά τις ελάχιστα διφορούμενες διατυπώσεις του Freud.

Trieb, επιθυμία, θέληση να η τριάδα σχετικά με την οποία ο Καθηγητής Sarro μας υποβάλλει την ιδέα ότι η προοδευτική ελάττωση της θεματολογίας της επιθυμίας θα είναι ίσως η φυσιολογική οδός μέσω της οποίας θα μπορεί να ενδυναμωθεί μία εκλογή του αντικειμένου, η οποία θα εμπεριέχει την πληρότητα της ικανοποίησης του υποκειμένου και θα αποδεικνύεται σύμφωνη με τη μονογαμική τάση.

Σε αυτό το σημείο δεν μπορώ παρά να αντιταχθώ σ’ αυτό το ηθικολογικό όραμα που εδώ και κάμποσο καιρό μοιάζει να νομιμοποιεί μέσα στην ψυχανάλυση, αυτήν την εξιδανικευτική προοπτική. Τίποτα δεν είναι πιο αντίθετο με την εμπειρία αιώνων ζωής και ακόμη περισσότερο με την εμπειρία στην οποία μας υποβάλλει η ψυχανάλυση.

Γιατί ακριβώς η ψυχανάλυση είναι που μας επιτρέπει να αιτιολογήσουμε το γιατί τα πράγματα είναι αλλιώς.

Είναι λόγω δομής που η ανθρώπινη επιθυμία έχει το στίγμα της απόκλισης, έχει αυτό το χαρακτήρα ενός αντικατοπτρισμού, χαρακτήρα που οφείλει στη φόρμα της φαντασίωσης, και πιο ριζικά στο γεγονός ότι παίζει το ρόλο της μετωνυμίας στη σχέση με το όν η οποία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί παρά εκεί όπου το υποκείμενο είναι απόν. Όλα τα « μερεμετίσματα της ερωτικής ζωής» δεν είναι παρά η μακρινή αντανάκλαση ενός έσχατου ελλείμματος : ένα όριο το οποίο δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε και το οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη συναντά όταν αφεθεί στο λόγο. 


[1] Αυτό το κλινικό δοκίμιο που διαδέχεται μία θεωρητική δουλειά σε σχέση με την ψύχωση (1958, ΙΙ), συμπληρώνει το τρίπτυχο που είχε ανακοινωθεί σε ένα πρώτο κριτικό δοκίμιο (1956, ΙΙ).

[2]  Ανακοίνωση στην ομάδα Evolution Psychiatrique στις 25 Νοεμβρίου 1958. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Evolution Psychiatrique, 1959, σελ. 383–411.

[3] Σ.τ.Μ.: έκφραση στα γαλλικά, που υποδηλώνει την αμφιθυμία. Το μεταφράσαμε κατά λέξη ώστε να μεταδώσουμε την εικόνα. Στα ελληνικά αντιστοιχεί στο «που την κεφαλήν κλίναι ».

[4] Σ.τ.Μ.: Στα γαλλικά: Comme si ça te regardait - Λες και σε κοιτάζει αυτό το θέμα. Σημειώνουμε και την επί λέξη μετάφραση διότι παραπέμπει, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, στο βλέμμα.                              

[5] Σ.τ.Μ: ο όρος στα γαλλικά είναι troublante, από το ρήμα troubler· όρος πολύσημος: θολώνω, αναστατώνω, ταράζω, διεγείρω, προκαλώ ταραχή (της ψυχής), αδημονία. Το αποδώσαμε με τον όρο ερεθιστική που εμπεριέχει και το ερέθισμα σε σωματικό επίπεδο και  τη δυνατότητα ευχαρίστησης ή δυσαρέσκειας.

[6] Σ.τ.Μ: λογοπαίγνιο με τις λέξεις aimant : αγαπών, μαγνήτης και amant: εραστής.


Δημοσιεύθηκε  στα ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΤΕΥΧΟΣ 89 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΟΣ 2005, αναδημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του ΙΨΥΠΕ με κάποιες διορθώσεις στο μεταφραστικό και φιλολογικό επίπεδο.

 

Δημήτρης Οικονομίδης, ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής,

μέλος του ΔΣ του ΙΨΥΠΕ Π. Σακελλαρόπουλος

LOGO_WORD_GR_white.png
  • Facebook

Το Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων Π. Σακελλαρόπουλος ιδρύθηκε το 1995 και είναι ο πρώτος μη κερδοσκοπικός φορέας της χώρας που παρείχε υπηρεσίες  ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά.

Επικοινωνία

Ευχαριστούμε!

bottom of page